Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016

Ο δεινός Θεός

Το κεφάλι του έβραζε. Ένιωθε τα πόδια του βαριά. Έτρεχε όμως. Έτρεχε γρήγορα, χωρίς σχέδιο, προς όποια κατεύθυνση έμοιαζε ενστικτωδώς ασφαλής. Δεν προλάβαινε να πάρει αποφάσεις, ούτε να υπακούσει στον σωματικό του πόνο. Το αίμα έτρεχε στο κεφάλι του, θόλωνε την όρασή του.  Κάποια στιγμή έπεσε πάνω σε μία γυναίκα που έσπρωχνε όπως όπως ένα καρότσι με το μωρό της. Το σώμα του αφέθηκε πάνω στη σύγκρουση. Η μητέρα σωριάστηκε κάτω. Το καρότσι έκανε πέντε ή έξι περιστροφές και χτύπησε σε ένα τζάμι. Δεν έσπασε. Το κλάμα του μωρού όμως ήταν πιο δυνατό από τις κραυγές των ανθρώπων, πιο δυνατό από τις εκρήξεις. Δεν δίστασε παρά μόνο μια ανεπαίσθητα μικρή στιγμούλα σε έναν χρόνο που του φαινόταν αιώνιος. Τη στιγμή που γύριζε το κεφάλι του ξανά προς τον δρόμο της άγνωστης φυγής του, έπιασε με την άκρη του ματιού του τη φιγούρα ενός άντρα που άρπαξε το καρότσι και άρχισε να τρέχει μακριά, μακριά από τη μητέρα.
Βρέθηκε έξω στο δρόμο. Έψαχνε το αυτοκίνητό του. Δε θυμόταν που το είχε αφήσει. Χώρος Στάθμευσης Α. Χώρος Στάθμευσης Β. Γ, Δ, Ε, Ζ κλπ. Αν η έκταση του χώρου κάλυπτε όλη την αλφαβήτα, ήταν χαμένος από χέρι. Πίσω του οι εκρήξεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Ήταν πεπεισμένος πως μάνα, μωρό και απαγωγέας δεν επέζησαν. Δεν υπήρχε λόγος να πνιγεί από τις τύψεις. Έτσι συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις. Όταν έχεις τη ζωή σου, το σπίτι σου, τα καλά σου τα ρούχα, μια επιτυχημένη δουλειά, μία ή περισσότερες γυναίκες, είναι δύσκολο να χειριστείς την ενδεχόμενη απώλειά σου. Γιατί έχεις μία σημαντική θέση στον κόσμο. Το μωρό έκλαιγε πιο δυνατά και από τις εκρήξεις. Ούρλιαζε μέσα στα σωθικά του, και έκανε την καρδιά του να πάλλεται αλλόκοτα, κάτω από το ακριβοπληρωμένο σακάκι του.
            Χώρος Στάθμευσης Α. Φυσικά. στο Α. Τα μάτια του έψαχναν δεξιά κι αριστερά. Έβαλε τα κλειδιά του πάνω σε ένα κόκκινο αυτοκίνητο. Δεν ταίριαζαν. Σε ένα άλλο παρακάτω. Ούτε. Σε τρίτο. Σε τέταρτο. Το πέμπτο ήταν το δικό του. Βρέθηκε σε μία συνωστισμένη έξοδο, συνωστισμένη από ανθρώπους που είχαν την ίδια ιδέα με τη δική του. Άνοιξε την πόρτα και το έβαλε στα πόδια. Οι δρόμοι και τα σπίτια χάνονταν στο διάβα του, ο κόσμος όλος ένα μπούγιο άτσαλο και ακανόνιστο και ήταν και εκείνος μέσα σε αυτό. Σειρήνες σφύριζαν αδιάκοπα, ασθενοφόρα, περιπολικά, πυροσβεστικά, συναγερμοί, το βουητό στα αυτιά του έγινε μια εκνευριστική νότα. Το αίμα ανακατεύτηκε με τον ιδρώτα όταν η νότα άρχισε να γίνεται ένα μακρινό βουητό, τα πρόσωπα και τα φώτα ανακατεύτηκαν, το στομάχι του ανακατεύτηκε. Άφησε τα γόνατά του να λυγίσουν και έκανε εμετό στο τέρμα της μεγάλης λεωφόρου. Όταν σήκωσε το κεφάλι του ξεχώρισε μια φιγούρα που είχε απλώσει το χέρι της στο μέτωπό του και του σκούπιζε τα αίματα. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τα χαρακτηριστικά της. Άκουγε μόνο το κλάμα του μωρού που εγκατέλειψε πίσω του.

Ο Ταρέκ, που έφτιαχνε κοσμήματα στον δρόμο της Βαγδάτης, παντρεύτηκε την Χάνα όταν ήταν δεκαοχτώ χρονών. Την επόμενη χρονιά κάνανε ένα κοριτσάκι, την Μάγια. Ύστερα ξέσπασε ο πόλεμος. Φέτος το καλοκαίρι, ο Ταρέκ μάζεψε ό,τι οικονομίες είχε και πλήρωσε έναν τυχοδιώκτη καπετάνιο εικοσιπέντε εκατομμύρια λίρες για να σαλπάρει στη Μεσόγειο μαζί με την Χάνα, έγκυο οκτώ μηνών στο δεύτερο παιδί τους, και την πεντάχρονη πια Μάγια. Νύχτα έφτασαν στην Ταρτούς, κρυμμένοι μέσα σε ένα κάρο με σανό, δυο ημέρες ταξίδι. Οι συμπατριώτες, κάθε λογής φανατικοί, σκότωναν αυτούς που λιποτακτούσαν παραδειγματικά. Άλλοι, πιο φανατικοί, σκότωναν αδιακρίτως. Ο Ταρέκ σκεφτόταν συνεχώς πως η Χάνα στην κατάστασή της δε θα τα βγάλει πέρα. Όταν όμως έφτασαν στο λιμάνι, άρχισε πάλι να ελπίζει. Η Χάνα καθόταν αμίλητη σε έναν κάβο, η Μάγια έτρεχε πάνω κάτω κλωτσώντας μια πέτρα που στοιχημάτιζε να μην πέσει στο νερό και ο Ταρέκ της ψιθύριζε μαλώματα και τιμωρίες να ησυχάσει για να μην τους ακούσει κανείς.
Σε λίγο, ακούστηκαν παφλασμοί και ψίθυροι μέσα από τη θάλασσα. Τα φώτα ήταν ανύπαρκτα σε αυτό το σημείο και έτσι ο Ταρέκ από φόβο μάζεψε όλη την οικογένεια και την έκρυψε πίσω από ένα σαράβαλο γαλάζιο φορτηγάκι. Οι παφλασμοί έγιναν εντονότεροι και οι ψίθυροι καθαρές ομιλίες. Ο Ταρέκ είδε τον τυχοδιώκτη καπετάνιο. Χαμογέλασε με ανακούφιση και προέτρεψε με ένα νεύμα την Χάνα και την Μάγια να τον ακολουθήσουν. Έβγαλε μέσα από τις κάλτσες του, τα παντελόνια του και το βρακί του τα χρήματα. Πλήρωσε, τους φορέσαν σωσίβια και μπήκανε μέσα σε μια μεγάλη φουσκωτή βάρκα. Ήταν μέσα άλλοι πέντε. Το ταξίδι ήταν ήρεμο, η θάλασσα γαλήνια. Όλα έμοιαζαν να πηγαίνουν κατ’ ευχήν, όταν όμως κάνανε μία και δύο και δέκα στάσεις επιβιβάζοντας δέκα, κι άλλους δέκα, κι άλλους δέκα, ο Ταρέκ πνίγηκε από το φόβο. Η Χάνα κρατούσε την κοιλιά της, η Μάγια κοιμόταν στα πόδια της και αυτός τις αγκάλιαζε και τις δύο.
Με το πρώτο φως του ήλιου ένα δυνατό μελτέμι χτύπησε τη βάρκα και ξύπνησε απότομα όλους τους επιβάτες. Άρχισαν τα ουρλιαχτά. Δεν έγινε κάποια δραματική επιβράδυνση του κακού. Με τη δεύτερη, η βάρκα γύρισε ανάποδα. Οι πιο πολλοί δεν κατάλαβαν πόσο γρήγορα βρέθηκαν στο νερό. Ο Ταρέκ πίστευε ότι κρατούσε αγκαλιά και τη γυναίκα του και την κόρη του, όπως όλη τη νύχτα. Ο άνεμος και το βάρος του δημιουργούσαν αστάθεια και πάσχιζε να μη βυθιστεί μέσα στο νερό. Ήταν σίγουρος ότι τα χέρια του τις είχαν τυλίξει καλά. Με ένα αποφασιστικό σάλτο προς τα πάνω και με τη βοήθεια του σωσιβίου, βγήκε πάνω από το βάρος της Χάνα, για να έχει καλύτερο έλεγχο. Η Μάγια δεν ήταν εκεί. Φώναξε το όνομά της. Άφησε την Χάνα σχεδόν ξεψυχισμένη, έβαλε το κεφάλι του μέσα στο νερό. Τίποτα. Φώναξε και πάλι. Πολλές φορές. Άρχισε να κλαίει. Έκλαιγαν όλοι.

            Ο Ταρέκ έψαχνε για δουλειά, όταν άρχισε να γίνεται σούσουρο για την επίθεση. Είναι το κακό τόσο δυνατό, που θαρρείς και ζωγραφίζει μεμιάς την ανησυχία στα πρόσωπα των ανθρώπων. Με σπασμένα αγγλικά ρώτησε λεπτομέρειες. Μετά άρχισε να τρέχει. Η Χάνα ήταν εκεί. Με το μωρό. Δεν είχε άλλον πια στον κόσμο. Δεν θα το άντεχε. Και δε θα σταματούσε ούτε δευτερόλεπτο, αλλά τον λυπήθηκε τον ανθρωπάκο. Ακόμη και ένας τόσο καλοντυμένος κύριος σαν αυτόν, έτσι βουτηγμένος στα αίματα, τον ιδρώτα και τον εμετό, μπορεί να βίωσε μια μεγάλη απώλεια.

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

Καλοκαιρινό Ταξίδι του Τρούμαν Καπότε

Δύο είναι στην ουσία τα ταξίδια του καλοκαιριού του 1945 που διηγείται ο Τρούμαν Καπότε: το πρώτο - που αποτελεί την αναγκαία συνθήκη της γονικής απουσίας (αυτή την απαραίτητη απουσία που χρειάζεται για να εκτυλιχθεί ένα παραμύθι, όπως έλεγε και ο Βλαντιμίρ Προπ) - και το δεύτερο, το αλληγορικό ταξίδι της πρωταγωνίστριας Γκρέιντι Μακνίλ, που ενηλικιώνεται, γίνεται γυναίκα μέσα από τον έρωτα και την απογοήτευση.
Το ζεύγος Μακνίλ αναχωρεί για ένα μεγάλο καλοκαιρινό ταξίδι από το Μανχάταν της Νέας Υόρκης στο ρομαντικό Παρίσι. Η μεγάλη αδερφή της Γκρέιντι είναι απασχολημένη με τον άντρα της και την επικείμενη εγκυμοσύνη της (που αποκαλύπτεται αργότερα), ενώ η σχεδόν έφηβη πρωταγωνίστρια καλείται να περάσει μόνη της όλο αυτό το χρονικό διάστημα. Ο αποχωρισμός από τους γονείς και τις κόρες διαγράφεται μέσω μιας διακαούς προσπάθειας του συγγραφέα να αποσαφηνίσει πλήρως το είδος των ενδοοικογενειακών σχέσεων που μάλλον περιορίζονται στις κλασικές ψυχολογικές εκφάνσεις που ζει μια οικογένεια ανωτέρας κοινωνικής τάξης: η σχέση της μάνας - κόρης, η αγάπη μεταξύ τους, η αδιάφορη σχέση των δύο αδερφών, το που θα δειπνήσουν τη σήμερον και άλλα τέτοια σοβαρά ή ασόβαρα, δοσμένα μάλλον με ένα δήθεν συναισθηματικό βάθος.
Η μικρή Μακνίλ έχει και έναν καλύτερο φίλο, τον Πίτερ, που τη συντροφεύει στις οινοποσίες, κοκτειλοποσίες και σε άλλα τέτοια συναφή - φίλο της καλής κοινωνίας επίσης -  που την πολιορκεί και τη θέλει ο καημένος, αλλά εκείνη έχει χαρίσει την καρδιά της (και το κορμί) σε ένα παιδί λαϊκό, αλάνι, έναν δύστροπο Μπρουκλυνιώτη που της έχει κάνει την καρδιά πατίνι και χαλί συνάμα, τον Κλάιντ.
Η σχέση τους εξελίσσεται αρχικά τουλάχιστον με δισταγμό. Οι καταστάσεις που τους αφορούν και τα πρόσωπα που τους περιτριγυρίζουν κάνουν το διάβα τους στο βιβλίο και τη ζωή τους στανικά, μέσα από τη δυσκολία ουσιαστικά να εκφράσουν τα συναισθήματά τους: η γνωριμία με τους φίλους του, η αποκάλυψη ότι εκείνος είναι Εβραίος ή ακόμη και μια απλή βόλτα στο πάρκο ή η απόφαση να κοιμηθούν μαζί το βράδυ.
Και ξαφνικά εκπλήσσομαι: το πράγμα περνά από την δυστοκία στη δράση. Το ζεύγος παντρεύεται. Δεν το περίμενα. Η Γκρέιντι σπεύδει να γνωρίσει τη φαμίλια στο Μπρούκλυν, για να συνειδητοποιήσει τελικά και η ίδια και ο Κλάιντ ότι οι κόσμοι τους είναι παράλληλοι και ασύνδετοι. Το τέλος δε θα το αποκαλύψω. Πρέπει ωστόσο να επισημάνω το εξής: το θέμα του βιβλίου είναι κατά βάση φωσκολικό. Έχει γίνει υπερβολική προσπάθεια από τον Καπότε να αναπτύξει τέχνη εκφραστική, αλλά κακά τα ψέματα, ούτε το θέμα τον βοηθά, ούτε οι εμπειρίες που μάλλον είχε ως παρακαταθήκη στην πρώιμη ηλικία των 19 ετών, όταν έγραψε αυτό το πρώτο του μυθιστόρημα (μάλλον κάτι ήξερε και ο ίδιος που το είχε καταχωνιάσει και εκδόθηκε για πρώτη φορά μόλις το 2005). Και το θέμα παραμένει μοιραία φωσκολικό. Δεν αποδύεται την ταπεινοτητα που το διακρίνει και τελικά ίσως να μην έπρεπε να είναι αυτός ο στόχος. Έτσι οι ήρωες παρουσιάζονται πιο σοφοί από ότι θα μπορούσαν να είναι, οι περιγραφές πιο γλαφυρές και γενικά η επιτήδευση είναι ολοφάνερη.

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

Μάρτυς μου ο Θεός του Μάκη Τσίτα

Η δουλειά με τρώει. Η καθημερινότητα και η ρουτίνα. Έχω το βιβλίο στα χέρια μου από τα προηγούμενα Χριστούγεννα νομίζω. Το ξεκίνησα με φούρια σε μία ανάπαυλα. Μάταια. Τελικά χρειάστηκε να περάσει σχεδόν ένα 7μηνο για να το ξαναπιάσω και να το τελειώσω τελικά. Στο μεσοδιάστημα υπήρχε δίπλα μου σε διάφορες θέσεις, στο κομοδίνο, στο τραπέζι της κουζίνας, στην τουαλέτα. Η δίχρονη κόρη μου με ρώταγε ενίοτε: "τί κάνει ο κύριος;", "τί κάνει το ψαράκι;" κλπ.

Νομίζω ότι παίζει σημαντικό ρόλο ο τρόπος που διαβάζει κανείς ένα βιβλίο. Το χρονικό μου κουτσούρεμα μάλλον είχε την επίπτωσή του στη γνωριμία με το κατά πολλούς αριστούργημα του Τσίτα. Και το πράγμα έχει ως εξής:
Τα Χριστούγεννα βρήκα τη γραφή εξαιρετικά ηθογραφική, έξυπνη, ταχεία. Προς την εγκατάλειψή του είχε αρχίσει να με κουράζει όμως ένα συνεχές επαναλαμβανόμενο μοτίβο που δεν κορυφωνόταν πουθενά. 
Τον Ιούλη ήρθε η κορύφωση, στις τελευταίες 50 σελίδες. Και δεν το αντιλήφθηκα όπως θα έπρεπε. Το σταύρωσα το καημένο το βιβλίο, τα πετσόκοψα. Παρόλ' αυτά, έχω την εμπειρία (θαρρώ) να καταλαβαίνω ότι ο εμμονικός ήρωας χτίστηκε πάνω σε πένα εμμονική. Ο συγγραφέας θεώρησε μάλλον εξαιρετικά σημαντικό να αναδείξει τον χαρακτήρα του πρωταγωνιστή του με τους ίδιους τρόπους που υιοθέτησε εξ αρχής, πράγμα που πετυχαίνει τον σκοπό του, ωστόσο από ένα σημείο και έπειτα δεν μπορεί να προσφέρει κάτι άλλο στον αναγνώστη. Η κορύφωση γίνεται με αποκαλύψεις που μπορούν επιτέλους να δικαιολογήσουν τόσο τη νοοτροπία όσο και τις πράξεις του. Το τέλος προσθέτει ένα λιθαράκι στο ψηφιδωτό μιας θλιβερής ζωής που δεν έχει πια ελπίδα για τίποτε.
Ο πρωταγωνιστής λοιπόν είναι ένας σύγχρονος ήρωας, που διανύει τη μέση ηλικία του. Λιθογράφος στο επάγγελμα βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να βρεθεί δύο φορές άνεργος περισσότερο γιατί βιώνει τα προσωπικά του μαρτύρια με τον παράξενο περίγυρό του, παρά λόγω της επερχόμενης κρίσης. Όπως και να 'χει, βρίσκει τον εαυτό του να μην μπορεί να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του. Οι επίσης προβληματικές αδερφές του βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, ανύπαντρα αδέρφια υπό τη σκέπη των δύο γονιών που με τα κρίματά τους έβαλαν τροχοπέδη στην "ενηλικίωση" των παιδιών τους. Οι λεπτομέρειες του χαρακτήρα του συμπληρώνουν την παραπάνω εικόνα με εύστοχο τρόπο: ο ήρωάς μας είναι θρήσκος, αλλά αρέσκεται να επιδίδεται σε ηδονές, μπλέκει με αλλοδαπές και Ελληνίδες που συνήθως τον εκμεταλλεύονται οικονομικά, είναι ρατσιστής - συνεχώς επικρίνει ή υβρίζει τους μετανάστες και τέλος η σκέψη του και η ιδιόλεκτός του προδίδουν έναν σχετικά αμόρφωτο άνθρωπο με ορισμένες όμως πνευματικές αναλαμπές.
Είναι ενδιαφέρον βιβλίο. Διαβάστε το όμως μέσα σε τρεις μέρες. Παρόλο που δεν το θεωρώ αριστούργημα, δεν του άξιζε ο τρόπος που το διάβασα. Επίσης μην διαβάσετε αμέσως μετά το Καλοκαιρινό Ταξίδι του Τρούμαν Καπότε (όπως έκανα εγώ). Θα σας φανεί παμμέγιστη σαχλαμάρα ο κρυφός έρωτας ενός πλουσιοκόριτσου με ένα αλάνι της Νέας Υόρκης...

Αξιομνημόνευτες ατάκες:
"Σκέφτομαι στην αυτοβιογραφία μου να βάλω τίτλο Αναμνήσεις μιας κακόγουστης ζωής"
"Το σάκχαρο χτυπάει το πέος. Γνωστό τοις πάσι."
"Μεταξύ φτωχών και μασόνων ειλικρίνεια."

Και άλλες πολλές...
 

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Η Γυναίκα του Κανδαύλη του Ηροδότου

Η γοητευτική - και παντρεμένη - Κάθριν Κλίφτον διηγείται την ιστορία "της γυναίκας του Κανδαύλη" στο μικρό κοινό της, κυρίως όμως κεντρίζει την προσοχή του κόμη Λάζλο ντε Όλμασι, του μελλοντικού εραστή της, την προσωποποιημένη αιτία της μοιχείας της...Η γυναικα του Κανδαύλη δεν είναι παρά η ιστορία μέσα στην ιστορία τους, η προοικονομία της ένωσής τους, η απεγνωσμένη προσπάθεια της πρωταγωνίστριας να επιρρίψει ευθύνες σε άλλους, να αποτινάξει από πάνω της το βάρος της ενοχής για μια πράξη που μοιάζει ήδη από το 0:53 προδιαγεγραμμένη.
Και πράγματι τούτη η ιστορία γεννήθηκε μέσα σε μια άλλη ιστορία. Αυτή είναι η μοίρα της. Ευτυχώς (θα τολμήσω να πω) που ο Ηρόδοτος χαρακτηρίστηκε Πατέρας της Ιστορίας με ελαττώματα μεθόδου και προσέγγισης. Ευτυχώς που είχε αυτό το εξαιρετικά άνετο, ρέον και συχνά φαιδρό ύφος. Ευτυχώς που αυτό τον απομάκρυνε από την αυστηρή προσήλωση στη διαμάχη του Ελληνικού με τον Βαρβαρικό κόσμο και μας πρόσφερε εμβόλιμα (όπως έπρεπε, για να εκνευρίσει λίγο τους αμετανόητους και σχολαστικούς φιλολόγους) τις περίφημες νουβέλες και τα ανέκδοτά του. Οι νουβέλες είναι αληθοφανείς ιστορίες (ή και αληθινές), πάντως μεταφέρθηκαν στα κατάστιχα του Ηροδότου από θρύλους και προφορικές παραδόσεις. Τα ανέκδοτα είναι μικρότερες ιστορίες συνήθως φανταστικού περιεχομένου με έντονα υπερφυσικά στοιχεία. Οι νουβέλες ωστόσο υπερτερούν σε περιεχόμενο και ύφος όχι μόνο γιατί δεν είναι απλά παραμυθάκια, αλλά κυρίως γιατί αποτελούν ξεχωριστά λογοτεχνήματα, αυτοτελή, μεστά και ολοκληρωμένα.
Η γυναίκα του Κανδαύλη είναι από τις ωραιότερες νουβέλες του ιστορικού: την ανώνυμη γυναίκα έχει ερωτευτεί πολύ ο σύζυγός της , ο Κανδαύλης, ο βασιλιάς των Λυδών. Από μια διάθεση ίσως επηρμένη πείθει τον πιστό του ακόλουθο Γύγη να κρυφτεί πίσω από ανοιχτό θυρόφυλλο των ιδιαίτερων διαμερισμάτων τους, για να την αντικρίσει γυμνή τη στιγμή που εκείνη θα αποδύεται την καθημερινή της περιβολή για να ξαπλώσει στο πλάι του. Ο Γύγης γνωρίζει πολύ καλά πως αυτό είναι ατίμωση για μια γυναίκα, αλλά τελικά παρόλες τις αντιρρήσεις του δέχεται να ικανοποιήσει το καπρίτσιο του βασιλιά. Η γυναίκα όμως αντιλαμβάνεται την παρουσία του Γύγη και αποφασίζει να τιμωρήσει τον σύζυγό της με τον χειρότερο τρόπο. Θέτει στον πιστό υπηρέτη το δίλημμα να σκοτώσει τον βασιλιά του και να γίνει βασιλιάς στη θέση του ή να θανατωθεί ο ίδιος. Ο σκληρός της λόγος ξεκινά με το αμετάκλητο "τώρα δύο δρόμοι σου ανοίγονται, Γύγη" και κλείνει με την τραγική αποσαφήνιση "είτε εκείνος που μηχανεύτηκε αυτά πρέπει να αφανιστεί, είτε εσύ που με είδες γυμνή, κάνοντας μια πράξη άπρεπη". Ο Κανδαύλης αφανίστηκε λοιπόν από τον Γύγη που ήταν κρυμμένος πίσω από το ίδιο θυρόφυλλο.
Οι νουβέλες και τα ανέκδοτα κυκλοφορούν σε μια ξεχωριστή έκδοση από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ, που αξίζει να διαβαστεί όχι μόνο από τους στυγνούς φιλολόγους (αν και ως φιλόλογος θα ήθελα πολύ να σας κουράσω με τα ερμηνευτικά τερτίπια του αποσπάσματος, αλλά συγκρατήθηκα), αλλά και από λάτρεις της λογοτεχνίας.


Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλή

Για τις ανάγκες εξετάσεων και ύστερα από 19 χρόνια - από τότε δηλαδή που έδωσα Πανελλήνιες Εξετάσεις - διάβασα τον καλό μου τον Οιδίποδα, τον μοναδικό ήρωα στην ιστορία της λογοτεχνίας που ήθελα να πάρω αγκαλιά και να του πω "δεν πειράζει". Γιατί ο Οιδίποδας είναι το μεγαλύτερο θύμα της θεϊκής κακομαθημενιάς, το ανέλπιστο έρμαιο στα τερτίπια της μοίρας, ο άνθρωπος - άγνοια. Δε μου κάνει εντύπωση ότι αλλοτινά μυαλά συνέλαβαν την ιδέα ενός τέτοιου προσώπου (έρμαια και οι ίδιοι της δικής τους άγνοιας ίσως), ότι την κράτησαν ζωντανή από στόμα σε στόμα και την παρέδωσαν στα χέρια ενός ποιητή καλλιτέχνη, ενός αδιαμφισβήτητου τεχνίτη που την απογείωσε και την κληροδότησε σε μας, για να γνωρίσουμε μοιραία τη φύσει αδύναμη καρδιά που επιθυμεί διακαώς να τη διαφεντεύσουν για να εξασφαλίσει την αιώνια ζωή της.
Η ιστορία του Οιδίποδα και γενικότερα του Οίκου των Λαβδακιδών προέρχεται από τον Θηβαϊκό Κύκλο, τον έναν από τους τρεις μυθικούς κύκλους που πρόσφεραν έμπνευση στους κατοπινούς συγγραφείς. Ο Οιδίποδας, βασιλιάς της Θήβας, έχει πάρει την εξουσία λύνοντας το αίνιγμα της Σφίγγας με αποτέλεσμα να παντρευτεί την Ιοκάστη και να γεννήσει με εκείνη τέσσερα παιδιά, την Αντιγόνη, την Ισμήνη, τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη. Η μοίρα όμως διαγεγραμμένη, αναπόδραστη και σκληρή έχει οριστεί πριν ακόμη από τη γέννησή του και αποδεικνύει ότι η Ιοκάστη είναι η μητέρα του, τα παιδιά τους αδέρφια του και ο πατέρας του, ο πρώην σύζυγος της Ιοκάστης, ο Λάϊος, φονευμένος από δικό του χέρι.
Ο Οιδίποδας βρίσκεται παγιδευμένος σε μια ζωή φαινομενικά ευτυχισμένη και καλότυχη. Η συνεχής του άγνοια μέχρι την αποκάλυψη της πραγματικής του ταυτότητας καθιστά το έργο ως μία "τραγική ειρωνία" από μόνο του, ολόκληρο, σε όλες του τις διαστάσεις. Όπου τραγική ειρωνία, η επίγνωση του αναγνωστικού ή θεατρικού κοινού της πραγματικότητας και η ταυτόχρονη πλήρης άγνοια του ήρωα. Ακριβώς γι' αυτό το λόγο, όταν διαβάζει κανείς το θεατρικό αυτό αριστούργημα αισθάνεται πληθώρα αρνητικών συναισθημάτων: αγωνία για την κατάσταση και την τύχη του πρωταγωνιστή, οργή για το άγραφο της μοίρας (που δεδομένα υπάρχει στην κοσμοθεωρία του παλαιού κόσμου), οργή για την ασπλαχνη στάση των θεών και μόνο ένα θετικό συναίσθημα: βαθύτατη συμπόνοια για τον ήρωα. Ενδόμυχα και ψυχολογικά η προσωρινή ευτυχία του Οιδίποδα λογικά θα βάλλεται από το φονικό του άγνωστου αξιωματούχου (που αποδείχτηκε πατέρας του), καθώς και από τους απέλπιδες χρησμούς που έλαβε στη ζωή του. Ωστόσο, ο άριστος τεχνίτης Σοφοκλής ανέδειξε με αρτιότατο τρόπο την τραγική ειρωνία που διέπει το έργο, τη λύση της και την κάθαρση των θεατών του. Η τύφλωση και ο αυτοεξορισμός μοιάζουν μονάχα φυσικά επακόλουθα μιας δέσμιας ζωής, που έπεται από ένα εξίσου δύσμοιρο μέλλον, όπως αυτό διαγράφεται στην Αντιγόνη του ίδιου ποιητή. Δίκαια ο Αριστοτέλης θεωρεί τούτο το έργο την τελειότερη τραγωδία στην ιστορία του δράματος.

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

50 Αποχρώσεις του γκρι της Ε.Λ.Τζέιμς ή η Μεγαλύτερη Πατάτα του Αιώνα

Πραγματικά δεν έχω διαβάσει κάτι χειρότερο. Μέχρι πρόσφατα θεωρούσα ότι τη θέση αυτή κατείχε ένα άσημο ψευτοβιβλίο που είχα διαβάσει ένα φεγγάρι ("Οι Επίλεκτοι"), του οποίου ούτε το συγγραφέα δε θυμάμαι, που καταπιανόταν με παράνομα πειράματα και μυστηριώδη φουτουριστικά σενάρια. Χάλια "οι Επίλεκτοι". Μετά τις 50 αποχρώσεις του γκρι (αλίμονο, πόσες φορές διάβασα τη λέξη γκρι), θεωρώ ότι η φουτουριστική μπουρδολογία των Επίλεκτων αξίζει ΝΟΜΠΕΛ.
Σε τούτο το ιστολόγιο συνηθίζω να περιγράφω το στόρι του βιβλίου. Δεν θα το κάνω. Πρώτον, γιατί είναι πασίγνωστο (Τζίζας) και δεύτερον, γιατί μπορεί να αναλυθεί στην ουσία σε δύο σειρές: μία τελειόφοιτη ντροπιάρα Παρθενόπη γνωρίζει έναν υπεργκόμενο, με λεφτά, μυστήριο, στρωμένη δουλειά που την ερωτεύεται (!), αλλά είναι και λίγο σαδομαζό και θέλει να της επιβάλει τα βίτσια του. Το τέλος ευτυχές: ο έρωτας υπερνικά το βίτσιο παρόλο που η πρώην Παρθενόπη είναι πρόθυμο δουλάκι. 
Ομολογώ ότι το βιβλίο το διάβασα για δύο λόγους: 1. από περιέργεια, γιατί πολύς ντόρος για να το προσπεράσεις, αν διαβάζεις βιβλία γενικώς και 2. γιατί ως γυναίκα, ήθελα να καταλάβω τι έχουν πάθει όλες οι γυναίκες ανα την υφήλιο και διαβάζουν το βιβλίο στο μαγείρεμα , το άπλωμα και τον καμπινέ.
Και αυτό βέβαια είναι ωραιότατη πάσα για τη συνέχεια....Διότι το βιβλιαράκι αυτό είναι για τον καμπινέ. Στερείται κάθε τέχνης του λόγου: Η συγγραφέας είναι φανερά α-παίδευτη και α - καλλιέργητη (χωρίς να εννοώ ότι δεν πήγε σχολείο απαραίτητα). Ο λόγος της είναι κενός, αδιάφορος και το λεξιλόγιό της πενιχρότατο (η 17 μηνών κόρη μου γνωρίζει περισσότερες λέξεις). Στερείται πλοκής: Το θέμα θα μπορούσε στα χέρια ενός Χένρι Μίλερ να απογειωθεί. Εδώ τα πράγματα είναι τόσο παιδιαρώδη και γελοία που μου θυμίζουν το λιγότερο "Χτυποκάρδια στο Μπέβερλι Χιλς". Επαναλήψεις: Λέξεις, φράσεις και σκηνές επαναλαμβάνονται και αναμασώνται με απώτερο σκοπό να φτάσει η συγγραφέας σε σκηνή σεξ. Φτηνιάρικο πορνό: Κάθε τόσο ο νεαρός Κρίστιαν Γκρέι μαθαίνει κάτι καινούριο στη δεσποινία Στιλ. Οι περιγραφές μοιάζουν τόσο πολύ με τολμηρά άρλεκιν που είμαι πεπεισμένη ότι η συγγραφέας τις ξεσήκωσε από εκεί.
Και ερχόμαστε στο ζητούμενο: Ποια πλεκτάνη μας στήνουν οι εκδοτικοί οίκοι και πουλάνε, ωσάν τρελοί, ένα ταπεινό άρλεκιν στη μορφή της "βιβλιάρας"; Ή πόσο ηλίθιοι είναι οι άνθρωποι (ή μήπως οι γυναίκες;) που πέφτουν στην παγίδα αυτής της πλεκτάνης; ή μήπως αυτό το βιβλίο, καλύτερα αυτή η συγγραφέας πέτυχε τις απαιτήσεις ενός διευρυμένου αναγνωστικού κοινού; Η αλήθεια είναι κρυμμένη σε όλες αυτές τις σκέψεις και ίσως σε περισσότερες. Σημασία έχει ότι παγκοσμίως δεν έχουμε καμία δικλίδα ασφαλείας - κριτικής σκέψης -  απέναντι στη συσσωρευμένη μαλακία, και όταν "σκάσει" κάτι σοβαρό θα ακολουθήσουμε σαν τα ανδρείκελα. Για να μην παρεξηγηθώ: δεν είμαι κατά του να δοκιμάζεις πράγματα, π.χ. να διαβάσεις τις 50 αποχρώσεις του γκρι, άλλωστε μισώ τους ψευτοκουλτουριάρηδες που απέχουν χωρίς δοκιμή, αλλά κατόπιν εορτής κρίνε σωστά.

Καυστική αλλά απολαυστικότατη η κριτική του Γεωργακόπουλου εδώ, που μου την έστειλε μια φίλη.

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Φαρενάιτ 451 του Ρέι Μπράντμπερι

1η Αυγούστου σήμερα (καλό μήνα σε όλους) και μετά από απουσία πολλών μηνών, η κατάρα της προηγούμενης ανάρτησης σπάει και η επάνοδος γίνεται με τον Ρέι Μπράντμπερι και το κλασικό Φαρενάιτ 451. Πρόκειται για μία ιστορία με θέμα τη λογοκρισία. Τοποθετημένο σε έναν φανταστικό χωροχρόνο, περιγράφει την έξαλλη μανία μιας αυταρχικής κυβέρνησης εναντίον των βιβλίων. Η επικινδυνότητα των βιβλίων έγκειται στο γεγονός ότι αυτά φωτίζουν τον άνθρωπο, αναπτύσσουν την κριτική σκέψη, παρουσιάζουν έναν κόσμο - ναι μεν ψεύτικο στην ουσία του - αλλά με πολλές βεβαιότητες. Οι βεβαιότητες αυτές δείχνουν τον δρόμο της λύσης σε προβλήματα και κυρίως στο πρόβλημα της εκμετάλλευσης από άνθρωπο σε άνθρωπο. 
Ο Γκάυ Μόνταγκ είναι πυρονόμος. Και όπως σε κάθε άλλη παράλογη εποχή και συγκυρία, έτσι και εδώ αντί να σβήνει φωτιές, τις ανάβει, και μάλιστα με περίσσεια χαρά. Είναι το εκτελεστικό όργανο των ιθυνόντων έναντι των βιβλίων. Όποιος έχει στην κατοχή του βιβλίο ή  βιβλιοθήκη μπαίνει αυτομάτως στο στόχαστρο. Ο Μόνταγκ μαζί με άλλους πυρονόμους σπεύδει και πυρπολεί οτιδήποτε θυμίζει χαρτί και βιβλιοδεσία, πολλές φορές και τους ανθρώπους που αρνούνται πεισματικά να αποχωριστούν το πνευματικό τους βιος.
Η γνωριμία του με την Κλαρίς και ο θάνατος μιας γυναίκας που κάηκε μαζί με τα βιβλία της τον οδηγούν σε ολοκληρωτική μεταστροφή. Η Κλαρίς είναι ένα νέο κορίτσι που δε φοβάται να αντιμετωπίσει τον πυρονόμο ως άνθρωπο. Τον ρωτά πεισματικά αν είναι ευτυχισμένος. Εκείνος αναλογίζεται τη ζωή του, τη δουλειά του, τη γυναίκα του, μια υπνωτισμένη από χάπια νυκοκοιρά που ζει μέσα από την τηλεόραση. Δεν αργεί να έρθει η πρώτη ατασθαλία. Ο Μόνταγκ παίρνει κρυφά ένα βιβλίο στο σπίτι του μετά από μία αποστολή πυρπόλησης βιβλίων. Παίρνει και δεύτερο, και τρίτο. Ξαφνικά έχει κάμποσα στη κατοχή του. Τα διαβάζει, τα ρουφάει, τα σώζει. Ναι, η αποστολή του τώρα είναι να τα σώσει. Το ζήτημα αποκτά τεράστιες διαστάσεις μέσα του όταν ρισκάρει τα πάντα για να ζητήσει τη βοήθεια του Φαμπέρ, ενός παλιού καθηγητή λογοτεχνίας που σαν πεφωτισμένος και μεγαλύτερος του διδάσκει τη σημασία των βιβλίων και πως πρέπει να τα διαβάζει. 
Η λύτρωση δεν έρχεται στο σύνολό της. Ίσως μονομερώς. Ίσως αυτό εξαρτάται από τον αναγνώστη. Το σκηνικό πάντως δεν αλλάζει. Ο Μόνταγκ όμως "ξεφεύγει" από τη ζωή του, βρίσκει καταφύγιο σε μια περιοχή που κατοικούν άνθρωποι  - βιβλία, άνθρωποι δηλαδή που έχουν απομνημονεύσει βιβλία για να μπορεσουν να τα σώσουν.
Εν κατακλείδι, θετικό είναι το θέμα από μόνο του. Αφυπνίζει ακόμη και σήμερα  - έχει αφυπνίσει γενιές και γενιές. Η λογοκρισία είναι το όπλο της αδικίας και εκφράζεται με πολλούς τρόπους πέραν της φωτιάς. Οφείλουμε να περισώσουμε τα βιβλία μας, τα τραγούδια μας, τα ποιήματά μας, την κάθε μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης που μας ελευθερώνει και δε μας καθιστά ευτελείς.  Θετικός είναι ακόμη ο τρόπος που ο ήρωας διαγράφεται από τα κατάβαθα της ψυχής του μέχρι τη μεταστροφή του (αν και βρήκα τα σύμβολα σχεδόν παιδικά, τα ορόσημα της μεταστροφής τοποθετήθηκαν από τον συγγραφέα σε κατάλληλα σημεία, πράγμα που δείχνει σκηνοθετική ευφυϊα). Αρνητική βρίσκω τη ρωμαλέα και ποιητική πρόζα (όπως διαβάζω στο οπισθόφυλλο της έκδοσης από την ΑΓΡΑ), εξαιρετικά πομπώδης σε πολλά σημεία ο Μπράντμπερι, μου θύμισε συχνά νεαρό 16 ετών, άρα μάλλον ακατέργαστη η ποιητική πρόζα που ταιριάζει περισσότερο στο κινηματογραφικό του βιογραφικό. Αρνητικό βρίσκω ακόμη το γεγονός της απόδοσης των ευθυνών (κάπου στη μέση του βιβλίου) για το κάψιμο των βιβλίων στις κοινωνικές ομάδες που έχουν την πρωτοκαθεδρία στα ΜΜΕ. Σε ένα κράτος με πάσχουσα δικαιοσύνη θα μπορούσε να συμβεί αυτό. Φαντάζομαι εν ολίγοις πως η κατάσταση αυτή θα οφειλόταν στην ανοχή μιας αυταρχικής διακυβέρνησης, της οποίας τα εκτελεστικά όργανα στο κάτω κάτω σε αυτή λογοδοτούν (γι' αυτό εμμένω στην αρχική μου περιγραφή περί της έξαλλης μανίας μιας αυταρχικής κυβέρνησης). Αδιάφορο μου είναι γιατί ο Μπράντμπερι εξαφάνισε κακήν κακώς τη μούσα του Μόνταγκ την Κλαρίς, ο Τρυφό ωστόσο την περιέσωσε στην ομώνυμη ταινία του. Θεωρώ ότι ο ρόλος της είναι αφορμιστικός και καλώς "πάει και πέρασε".

Αξιόλογες παρουσιάσεις του βιβλίου (μία εκ των οποίων του αγαπητού Πατριάρχη Φώτιου) εδώ και εδώ.





Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Το Βιβλίο της Κατερίνας του Αυγούστου Κορτώ

Δεν έχω καλή σχέση με τη σύγχρονη λογοτεχνία. Δεν έχω καλή σχέση με την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Ενίοτε το παλεύω. Για το συγκεκριμένο βιβλίο ήξερα πράγματα πριν το ανοίξω στην αρχή του, στη σελίδα 11. Ή μάλλον στη 10. Εκεί που έχει το γενεαλογικό δέντρο και μου θύμισε Μάρκες και ξίνισα λίγο προκατειλημμένα τη μούρη μου. Μετά ήξερα πως θα χαλαστώ, πως θα πρηστεί το στομάχι μου. Πάει εκείνη η ωραία εποχή που ανοίγεις ανυποψίαστος ένα βιβλίο, που δε γνωρίζεις τίποτε γι' αυτό, που το πρήξιμο στο στομάχι έρχεται απότομα, όπως του αξίζει. Εδώ είχε έλθει και λίγο από πριν...
Και ξεκινάω. Και διαβάζω τη πιο χειμαρρώδη γραφή, την πιο παράξενη αφηγήτρια, που δε ζει πια και αφηγείται τη ζωή και το τέλος της. Τον έρωτά της για το γιόκα της και μου άγγιξε ευαίσθητες χορδές, γιατί και εγώ μαμά είμαι (ή μάμα), γιατί η θλίψη - διπολική ή μη - χτυπάει την πορτα όλων των ανθρώπων. Και το ξεκίνησα χθες. Και κοιμήθηκα στις 3, όπου το άφησα ανήσυχη μισό. Και σήμερα το πήρα μαζί μου στη δουλειά. Και στο δρόμο που κόντεψε να με πατήσει ένα σκόντα, και στο λεωφορείο, που ζαλίζομαι συνήθως (τώρα δε ζαλίστηκα ούτε στιγμή). Και είχα βαλθεί να το τελειώσω πριν γυρίσω στο σπίτι. Να μη διαβάσω το θανατικό μπροστά στο παιδάκι μου. Γυρνώντας πέρασα από το μανάβικο. Πήρα ντομάτες. Εκεί πάνω από τις ντομάτες τις κόκκινες και ζουμερές ήρθε το τέλος. Ένα τέλος λυγμός. 
Μέχρι να έλθει ο λυγμός βέβαια γέλασα και λίγο. Ευτυχώς που δεν έχω διαβάσει πιο ειρωνική και πιο (μπλακ) χιουμοριστική έκφραση. Γιατί έπιασα τον εαυτό μου να γελά στις πιο περίεργες στιγμές. Και ήταν και αυτή η σύμπτωση να έχω όμοια ηλικία με το συγγραφέα, και οι πολιτισμικές του επιρροές να μοιάζουν τόσο με τις δικές μου. Το αποκορύφωμα ήλθε με τον Νιλ και την αντιαυταρχική του αγωγή, που η Κατερίνα συμβουλευόταν για να κάνει ένα ελεύθερο παιδί. Εγώ πάλι πέταξα το "Σάμερχιλ" μόλις διάβασα: "το σχολείο μας δεν κάνει ομοφυλόφιλους". Έτερον εκάτερον.
Όταν γύρισα στο σπίτι, άνοιξα το goodreads - η ξερόλα - και έβαλα 4 αστεράκια. Γιατί σκέφτηκα πως αυτό που διάβασα δεν ήταν ακριβώς λογοτεχνία. Πρέπει να προσθέσω ένα ακόμη...

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Η κατάρα της ανωνυμίας

Την επέλεξα. Δεν παραπονιέμαι. Έχει τα καλά της. Να όμως τώρα που θέλω να υπερηφανευτώ. Να καμαρώσω την επιτυχία. Να αυτοδιαφημιστώ λιγάκι. Και δεν μπορώ. Μπορώ όμως να καταθέσω την αμέριστη χαρά να βλέπει κανείς το όνομά του τυπωμένο σε αυτό το πολυπόθητο χαρτί, το χαρτί του βιβλίου, του βιβλίου που εκδόθηκε και μπορεί ανά πάσα στιγμή να βρεθεί στα χέρια όποιου αναγνώστη. Ο λόγος; Ένας διαγωνισμός διηγήματος. Όχι. Δεν πήρα το πρώτο βραβείο. Αυτό το πήρε και το άξιζε ένα αρτιότατο κείμενο. Είμαι όμως μέσα στα 16 καλύτερα, που επιλέχθηκαν από σημαντικούς συγγραφείς ανάμεσα σε εκατοντάδες...Και είμαι πολύ μα πολύ χαρούμενη. Κοιτάζω και ξανακοιτάζω το βιβλίο και δεν μπορώ να το πιστέψω. Αλλά μία τέτοια εξέλιξη είναι ώθηση για μένα. Είναι η αρχή.  Είναι η δική μου αρχή της σελίδας 37...

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Το Γυάλινο Θηριοτροφείο του Τένεσι Ουίλιαμς

Κάπου στα 1930 ανατρέχει η ανάμνηση του Τομ Γουίνγκφιλντ για να παρουσιάσει στα μάτια του κοινού τη θλιβερή ιστορία της οικογένειάς του, τη δική του απελευθέρωση και τις τύψεις που τον κατατρέχουν για την τύχη της αδελφής του...Σε μία ζοφερή συνοικία του αστικού κέντρου του Σαιντ Λιούις, μέσα σε ένα συνονθύλευμα διαμερισμάτων βρίσκεται και το δικό του διαμέρισμα προς το οποίο μπαίνει κανείς από μία εξωτερική έξοδο κινδύνου. Τρία είναι τα μέλη της οικογένειας: ο ίδιος, η μητέρα του Αμάντα και η αδελφή του Λώρα. Ο πατέρας του υπάρχει σε μία ξεχασμένη φωτογραφία, γιατί στην ουσία εγκατέλειψε πριν από δεκαέξι χρόνια την οικογένειά του. Η οικογένεια ζει σε ομαδική κατάθλιψη. Μετά το κραχ του 29, το αστικό κέντρο έχει συσσωρευτεί από φτωχούς εργάτες. Στην Ευρώπη επικρατεί αναβρασμός και όλα δείχνουν πως το πράγμα θα ξεκαθαρίσει με έναν δεύτερο μεγάλο πόλεμο. Παρόλο που αυτές φαίνονται να είναι οι αιτίες της οικογενειακής απελπισίας, όσο διαβάζει κανείς το κείμενο αισθάνεται πως τα αίτια είναι μάλλον βαθύτερα και όχι συγκυριακά.
Η Αμάντα είναι μία δυναμική γυναίκα που έχει ορθοποδήσει μετά την εγκατάλειψή της από το σύζυγο. Τουλάχιστον φαινομενικά. Έχει εργαστεί στο παρελθόν επιδεικνύοντας τις πολλές της αρετές, ωστόσο ο μόνος που εργάζεται τώρα είναι ο Τομ. Είναι προσκολλημένη στα νεανικά της χρόνια, τότε που ανύπαντρη ακόμη δεχόταν επίδοξους μνηστήρες στο σπίτι της, πάντα στα πλαίσια της ηθικής, όμορφη και περιζήτητη, που μπλέχτηκε στα δίχτυα ενός εξίσου όμορφου άντρα που όμως δεν άντεξε την οικογενειακή συμβίωση. Η Αμάντα είναι εξαιρετικά πιεστική προς τα παιδιά της. Επιθυμεί διακαώς την επιβίωσή τους στον άχαρο αυτό κόσμο, αλλά υπό το πρίσμα της δικής της κοσμοθεωρίας. Ο Τομ πάλι συντηρεί το σπίτι εργαζόμενος σε μία αποθήκη που τον πνίγει και τον συνθλίβει ψυχολογικά. Εκείνος καταφεύγει στο να γράφει ποιήματα, να καπνίζει συχνά στο καταφύγιό του - την έξοδο κινδύνου - να πηγαίνει σινεμά ατέλειωτες ώρες. Όλα δείχνουν ότι ο Τομ "πάσχει" από την ίδια αρρώστια με τον πατέρα του, αυτή της φυγής, και τώρα που η οικογένεια τον χρειάζεται περισσότερο από ποτέ, τώρα αισθάνεται πιο εγκλωβισμένος από κάθε άλλη φορά. Η Λώρα τέλος είναι το πιο αξιοσημείωτο πλάσμα του έργου. Μια κοπέλα σχεδόν πάντα ωχρή, έχει ένα εκ γενετής πρόβλημα - έχει γεννηθεί με ασύμμετρα πόδια - και αυτό καθορίζει την ψυχολογία της σε μεγάλο βαθμό. Από τους διαλόγους μαθαίνουμε ότι η Λώρα έφερε πολύ βαρέως το πρόβλημα στη νεανική της ηλικία, όταν στο σχολείο αναγκαζόταν να φοράει ένα μεταλλικό υποστήριγμα που ο θόρυβός του τραβούσε την προσοχή των συμμαθητών της. Μια κακή βαθμολογία την οδήγησε στη σχολική διαρροή, ενώ τα μαθήματα γραμματειακής υποστήριξης που υποτίθεται ότι παρακολουθεί με παρότρυνση της Αμάντα, τα έχει παρατήσει από καιρό καθώς της προκαλούν υπερβολικό άγχος στα όρια της ναυτίας και του εμετού. Έτσι ακριβώς είναι η Λώρα. Ένα άτομο με εξαιρετικά χαμηλή αυτοπεποίθηση, που εκφράζει την απελπισία της με τις κρίσεις πανικού και ζει σχεδόν αποκλειστικά στο σπίτι φροντίζοντας μια συλλογή από γυάλινες μινιατούρες, ομοιώματα ζώων, που η μητέρα της συνηθίζει να αποκαλεί ειρωνικά "Γυάλινο Θηριοτροφείο".
Η ιστορία που παρακολουθούμε εμείς επί σκηνής αφορά ένα περιστατικό που χαρίζει ελπίδα στην οικογένεια: η Αμάντα αναθέτει στον Τομ να αποκαταστήσει την αδελφή του δεδομένων δύο αληθειών που έχει αποδεκτεί πλέον η μητέρα, πρώτον ότι ο Τομ δεν αντέχει άλλο μέσα στο σπίτι και ότι είναι θέμα χρόνου να φύγει και δεύτερον ότι η Λώρα δεν έχει καμία ελπίδα να συντηρήσει τον εαυτό της αφού δεν κάνει καμία προσπάθεια να αποκτήσει μία κάποια καριέρα. Ο Τομ συμφωνεί. Καλεί στο σπίτι για δείπνο τον Τζιμ, έναν συνάδελφό του από τη δουλειά. Η επικείμενη βραδιά επιβαλλει κάποιες αλλαγές στο σκηνικό, λίγο παραπάνω φως, μια χαραμάδα ελπίδας να διαγράφεται στα καλά φορέματα που οι δύο γυναίκες είχαν καιρό κλεισμένα στην ντουλάπα. Η αντίδραση της Λώρα είναι αναμενόμενη. Πνίγεται στον πανικό, ειδικά όταν συνειδητοποιεί ότι ο Τζιμ δεν είναι άλλος από το παιδί εκείνο στο σχολείο που είχε ερωτευτεί και δεν του το εκμυστηρεύτηκε ποτέ.
Το τι συνέβη σε εκείνο το δείπνο δε θα το αναλύσω. Θα το αφήσω στον επίδοξο αναγνώστη. Πρέπει ωστόσο να αναφέρω ότι ο Τένεσι Ουίλιαμς δεν έγραψε τυχαία αυτό το έργο. Η οικογένεια Γουίνγκφιλντ είναι η οικογένεια Ουίλιαμς. Ο πατέρας απών, η μητέρα προσκολλημένη στο παρελθόν, αγχώδης και καταπιεστική, η κόρη διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια και λοβοτομήθηκε με τη συγκατάθεση της μητέρας - ο συγγραφέας έφερε βαρέως το γεγονός - και τέλος ο ίδιος, άνθρωπος με όνειρα, εγκλωβισμένος σε μια δυσάρεστη πραγματικότητα αναζήτησε τη δική του τύχη μακριά από την οικογένεια έχοντας πάντα τύψεις για εκείνη της αδερφής του.
Πρέπει τέλος να πω ότι είχα καιρό να διαβάσω τόσο επιβλητικό κείμενο και ας πρόκειται για θεατρικό έργο. Η αίσθηση του εγκλωβισμού περνά και στον αναγνώστη - θεατή, τον βάζει σε σκέψεις για πολλές μέρες μετά. Και εγώ πάλι νομίζω ότι δε θα ξεχάσω ποτέ τη Λώρα και το γυάλινο κόσμο της.

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Τα Σταφύλια της Οργής του Τζων Στάινμπεκ

Το διαχρονικό βιβλίο του Στάινμπεκ έρχεται  να δώσει απαντήσεις για ζητήματα κοινωνικής αλληλεγγύης και ανθρωπιάς. Επίκαιρο όσο τίποτε άλλο, σήμερα στην εποχή της κρίσης, πρέπει να σε γεμίσει οργή, φίλε αναγνώστη, να σε ωθήσει να παλέψεις, γιατί ΚΑΙ αυτός είναι ο ρόλος του βιβλίου. Συμπτωματικά αυτές τις μέρες ο Πατριάρχης Φώτιος έθιξε το ζήτημα αυτό σε δύο συνεχόμενες αναρτήσεις και κυρίως στη δεύτερη στο Βιβλιοκαφέ του. Παρατηρώ πως οι βιβλιόφιλοι τάσσονται υπέρ της άποψης πως η κοινωνική αλληλεγγύη είναι ζήτημα ήθους και πως το βιβλίο από μόνο του δεν μπορεί να εμφυσήσει τέτοιες ιδέες. Διαφωνώ. Το βιβλίο έχει τη δύναμη να "ξεσηκώσει", να αφυπνίσει και να δραστηριοποιήσει ακόμη και αυτόν που δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με τη λογοτεχνία, όταν οι συγκυρίες το επιτρέπουν. Αν δε συμβαίνει, τότε πρέπει να ψάξουμε μέσα μας και έξω μας να βρούμε τις αιτίες.
Η φαμίλια Τζόουτ ξεκινά ένα μεγάλο ταξίδι, δίχως χάρτη, δίχως τα απαραίτητα εφόδια. Γύρω στο '30, αγροτική οικογένεια της Οκλαχόμα, καλλιεργεί βαμβάκι για λογαριασμό μεγαλογαιοκτημόνων ζώντας σε δανεικά υποστατικά. Η κρίση που έριξε τα βάρη στα αναχρονιστικά μέσα καλλιέργειας και συγκομιδής όσο και η ανομβρία που γέμισε τη γη άγονη σκόνη κατέστρεψαν τη βαμβακοπαραγωγή. Χιλιάδες οικογένειες ξεσπιτώθηκαν, όταν ανέλαβαν τα μεγάλα μηχανήματα, πολλοί έχασαν τη ζωή τους, οι περισσότεροι - όπως οι Τζόουτ - στράφηκαν σε άλλες περιοχές της Αμερικής, στην Καλιφόρνια που η σοδειά περισσεύει και πετιέται στο δρόμο. Ο βασικός πρωταγωνιστής είναι ο Τομ Τζόουτ, ο γιος που γύρισε στο σπίτι του μετά από φυλάκιση τεσσάρων ετών με αναστολή για φόνο σε άμυνα. Οι εξελίξεις δε θα τον βοηθήσουν τελικά να προστατεύσει το μητρώο του όπως θα έπρεπε.
H περίφημη route 66 είναι τώρα μπροστά τους ατέλειωτη και δύσβατη. Χιλιάδες προβλήματα προκύπτουν ανά πάσα στιγμή, τόσο που νομίζει κανείς πως ποτέ δε θα φτάσουν στον προορισμό τους. Οι οιωνοί δεν είναι καλοί. Ο μεγαλύτερος της οικογένειας, ο παππούς Τζόουτ, χάνει γρήγορα τη ζωή του, αφού τελικά είναι αδύνατον να ζήσει μακριά από τον τόπο του. Το μεγάλο σαράβαλο φορτηγό που έχουν επιστρατεύσει οι Τζόουτ δεν είναι αξιόπιστο, η γιαγιά δεν προλαβαίνει να περάσει καλά καλά τα σύνορα της Καλιφόρνια. Από τούδε και στο εξής, ο θάνατος και η εξαθλίωση οδηγεί την οικογένεια σχεδόν μισή στην Καλιφόρνια, μόνο για να συναντήσει, όχι την Γη της Επαγγελίας την οποία περίμενε, αλλά την αδικία.
Φυσικά η Καλιφόρνια δεν είναι η Γη της Επαγγελίας. Φυσικά, οι Τζόουτ, όπως και οι υπόλοιπες οικογένειες που ξεριζώθηκαν από τον τόπο τους δεν ήταν ευπρόσδεκτοι. Ήταν πάρα πολλοί και ήταν μετανάστες. Και ο αγροτικός κόσμος της Καλιφόρνια τους εκμεταλλεύτηκε με δόξα και τιμή. Λέγεται πως εδώ ο Στάινμπεκ ήταν ιδιαίτερα ευγενικός προς τους εκμεταλλευτές για να καταφέρει να περάσει το βιβλίο από τη λογοκρισία. Ωστόσο, δε μπορώ να φανταστώ πόση οργή ακόμη θα μπορούσε να μου προξενέσει η μοίρα αυτών των άτυχων φτωχών. Γιατί γι' αυτό πρόκειται...για το γνωστό, το κλασικό θέμα του φτωχού ανθρώπου, για τον οποίο ποτέ δεν γυρνάει ο τροχός. Διάχυτη είναι και η φοβία κατά των κομμουνιστών, αφού ακόμη και οι απεργίες των εργατών θεωρούνται ύποπτες.Η οικογένεια μισή πια εμπλέκεται σε αυτόν τον κυκεώνα, προσπαθώντας απεγνωσμένα να επιβιώσει. 
Αναμενόμενες οι εξελίξεις, απρόσμενα συγκινητικό το τέλος του βιβλίου. Αξιοσημείωτη η μετάφραση του Κοσμά Πολίτη για την οποία έχω και θετικά και αρνητικά συναισθήματα: θετικά γιατί το ύφος είναι άψογο, απόλυτα ταιριαστό στην αγροτική οικογένεια των Τζόουτ, αρνητικά γιατί η χρήση των ιδιωματισμών είναι ελληνικότατη.
Τέλος, η ιστορία θα δείξει ποιο βιβλίο θα βγει για την ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων ετών. Για τους ανθρώπους που έδωσαν τέρμα στη ζωή τους, γι' αυτούς που γέμισαν τα παγκάκια των δρόμων, για τις μητέρες που άφησαν τα παιδιά τους στα ιδρύματα. Εκτός να διαβάσεις Στάινμπεκ, αγαπητέ αναγνώστη, πριν να είναι εντελώς αργά.

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Δωροβιβλία

Μα να έχει διαβάσει το Τέρας του Φρανκεστάιν τον Απολεσθέντα Παράδεισο 
και όχι εγώ που είμαι και κλασικούρα;; Στη γλώσσα του το ποίημα με τις γκραβούρες του Γκουστάβ Ντορέ που είδαμε και στη Μπαλάντα του γερο - ναυτικού του Κόλεριτζ...
Ήταν στα υπόψιν. Η θερμοκρασία στην οποία καίγεται το χαρτί. Η λογοκρισία. Η καταπάτηση της ελευθερίας του λόγου, πράγμα που μας οδηγεί πολύ εύστοχα στον επόμενο συγγραφέα...
Τι να πω; Φοβάμαι λίγο να το διαβάσω. Μη με ρίξει πολύ. Μόνη ελπίδα η αδερφή μου 
που το διάβασε και μου το χάρισε: "Εγώ μόνο αγάπη πήρα"...

Καλώς μου ήρθατε καινούρια βιβλιαράκια.

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Τα ενδιάμεσα διαβάσματα και η φαμίλια Τζόουτ

Όλος ο μήνας αφιερώθηκε σε αυτά. Τα ενδιάμεσα διαβάσματα. Τα λέω "ενδιάμεσα", γιατί προσφύονται ανάμεσα στα λογοτεχνικά βιβλία. Τα λέω "διαβάσματα", γιατί μου θυμίζουν την εποχή που είχα εξεταστικές στο πανεπιστήμιο. Και αυτό γιατί είναι ζήτημα εργασίας και βιοπορισμού να τα ολοκληρώσω έχοντας μπροστά μου πολλά και εκνευριστικά deadlines (που μου θυμίζουν σχεδόν πάντα τον Βάσια του Ντοστογιέφσκι - και αυτό δεν το λες και καλό).
Επιδόθηκα λοιπόν στη γνωστική αποσαφήνιση και έρευνα των απόψεων της φιλοσοφίας περί επιστήμης, διαβάζοντας τους φιλοσόφους του Διαφωτισμού: τον Λοκ, τον Ντεκαρτ, τον μεταγενέστερο Χιουμ και τον ακόμη πιο μεταγενέστερο Πόπερ. Μπλέχτηκα μέσα στα άπειρα φιλοσοφικά ρεύματα, που παρουσιάζουν ομοιότητες και η μικροδιαφορά είναι που σε τρελαίνει, κοιμήθηκα πάνω στα βιβλία, βλέποντας στον ύπνο μου παραδείγματα επαγωγής, παραγωγής, πλασματικής επαγωγής, πλασματικής παραγωγής κ.ο.κ. Μετά ήρθε ο μηχανισμός των Αντικυθήρων. Ιστορία, αρχαιολογία, πιθανοί πατέρες, άπειρες πηγές, άπειρες έρευνες, γρανάζια, οδοντωτοί τροχοί, μεταλλουργία, χαλκός και κασσίτερος, μηχανές του Αρχιμήδη και φυσικά, πάλι ύπνος. 
Όπως είναι φυσικό λοιπόν, η συγγραφή δεν είναι μέθοδος καταγραφής που τελείται πάντα εντέχνως. Τελείται και αυστηρά ορθολογικά - και έτσι πρέπει να είναι - πράγμα όμως που τελικά μπορεί να απωθήσει. Ευτυχώς, προσωπικά έχω μάθει να ξεχωρίζω την ουσία. Τα ενδιάμεσα διαβάσματα καταναλώνουν πολύν από τον χρόνο μου, αλλά δε με πτοούν. Αργά τη νύχτα όμως, παίρνω στα χέρια μου τη φαμίλια Τζόουτ που διασχίζει την Αμερική με ένα σαράβαλο φορτηγό αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο στην Καλιφόρνια. Και εκεί που το μακρινό ταξίδι εγκυμονεί κινδύνους και μοιραία σκορπά στην εξέλιξή του το θάνατο, τα γράμματα αρχίζουν και μπερδεύονται μεταξύ τους, τα βλέφαρα βαραίνουν, οι προτάσεις επαναλαμβάνονται γιατί δεν γίνονται αντιληπτές απευθείας και τελικά, ύπνος. Δε θεωρώ ότι φταίνε οι Χιουμ και Πόπερ, τους οποίους μάλιστα θα βαθμολογούσα με άριστα. Είναι σίγουρα η κούραση. Τα deadlines έλαβαν τέλος και οι Τζόουτ με συντροφεύουν πλέον περισσότερο. Αυτό όμως με έβαλε σε σκέψεις. Τα τελευταία χρόνια οι άνθρωποι διαβάζουν όλο και λιγότερο. Ειδικά οι νέοι. Δεν ευθύνονται οι ίδιοι. Η επιστημονική επανάσταση έκανε τη γνώση σαφώς τεχνοκρατική και υπερβολικά θετική. Ακόμη και τα θεωρητικά μαθήματα διαδάσκονται τεχνοκρατικά. Φυσικά, δε θεωρώ πως πρέπει να διδάσκονται τα μαθηματικά με στιχάκια (αν και πλάκα θα είχε). Ωστόσο, πόσο πολύ λείπει ο αντίποδας από τα ελληνικά σχολεία και από την κοινωνία μας εν γένει; Γιατί δε διαβάζουμε για την απόλαυση της λογοτεχνίας στην τάξη μας; Γιατί ψάχνουμε τόσο εξονυχιστικά τις αιτίες και τους σκοπούς του συγγραφέα; Γιατί όταν ήμουν μικρή, έβλεπα χαζομαμερικανιές με σχολιαρόπαιδα, που όμως διάβαζαν στην τάξη τους Σαίξπηρ για τη σαιξπηρική χαρά, και ζήλευα; Μήπως λείπει λίγο το "εγώ" της Τέχνης από τη ζωή μας; Μήπως λείπει ο αυτοσκοπός της;

Υγ1. Εντυπώσεις από τους Τζόουτ σύντομα...
Υγ2. Πριν από όλα όμως θα αφιερώσω λίγο χώρο σε τρία πανέμορφα δωροβιβλία που έλαβον σήμερα, καθώς έχω την τιμητική μου. Δύο κλασικά. Ένα σύγχρονο. Αυτό πιο σύντομα.

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

Το Τι και το Ε (από το Μονόγραμμα)


Να ένα "τι και ε" που δεν χρειάζεται ανάλυση...

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε

Ακουστά σ' έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα.



Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Φιλολογίστικο Παραλήρημα

 
Όταν διάβαζα τον Φάουστ, πολλά ερωτηματικά μου γεννήθηκαν για το πόσα πράγματα "χάνει" ο μέσος αναγνώστης κυρίως από ένα ποιητικό κείμενο όπως αυτό. Πολλά ερωτηματικά μου γεννήθηκαν για τη φιλολογίστικη προσέγγιση που πολλούς πολέμιους γνώρισε στη λογοτεχνική μπλογκόσφαιρα. Εν ολίγοις, χωρίς να έχω την παραμικρή πρόθεση να υποβιβάσω την αντιληπτική ικανότητα του απλού αναγνώστη απόρησα τι κρατάει εκείνος όταν τελειώνει ένα έργο όπως ο Φάουστ. Τι αισθάνεται; Ή ακόμη, ένιωσε στο πετσί του κάθε αράδα; Ή αυτό δεν έχει καμία σημασία; Γιατί ο Φάουστ δεν είναι απλά ένα πλάσμα που πούλησε τη ψυχή του στο Διάβολο, επειδή έπεσε στα βάθη της ματαιότητας. Είναι κι άλλα πολλά. Είναι οι λέξεις, είναι οι παρομοιώσεις που δεν επιλέχτηκαν τυχαία, είναι η επικολυρική δομη, είναι το τραγικό ύφος. Και τι κρίμα να διαβάζει κανείς ποίηση από μετάφραση...
Ώρες ώρες έχω την εντύπωση ότι βασανίζομαι άδικα εξαιτίας της φιλολογικής μου ιδιότητας, επειδή έχω το μικρόβιο να ψάχνω το καθετί. Αλλό αυτό κατέληξα πως δεν ισχύει. Τουναντίον. Δεν σκύβω ευλαβικά πάνω από τις σελίδες αναλύοντας το Τι και το Ε...(!) Δε μπορώ να κρύψω όμως ότι η αυθόρμητη ανάλυση μού έχει χαρίσει και αυθόρμητα χαμόγελα, και απρόσμενη χαρά, που αισθάνομαι ότι την χάνει όποιος "δε γνωρίζει".
Φαντάζομαι ότι αυτό δεν ισχύει για όλα τα βιβλία. Τα Σταφύλια της Οργής με τα οποία έχω καταπιαστεί αυτή την περίοδο είναι ένα "εύκολο" βιβλίο, τόσο που μετάνιωσα που δεν το διαβάζω από το πρωτότυπο. Και δεν τα βάζω βέβαια με τη μετάφραση του Κοσμά Πολίτη. Η μητρική γλώσσα όμως κουβαλάει μέσα της τη λογοτεχνία του Στάινμπεκ, του Καμύ, του Σελίν, του Γκαίτε και άλλων. Το ζήτημα της μετάφρασης όμως και "του κατά πόσον" είναι άλλο και αρκετά μπλεγμένη είμαι...
Κλείνοντας το ταπεινό μου παραλήρημα θέλω να συνηγορήσω υπέρ της "φάρας" μου και να δηλώσω πως και ο φιλόλογος αισθάνεται. Πολλά, θα τολμήσω να πω και περισσότερα, κι ας τα ακούσω. Αισθάνεται πολλά ακόμη και ο φιλόλογος που παραέχει ειδικευτεί π.χ. στην ιστορικοσυγκριτική λογοτεχνία και φαινομενικά έχει βάλει παρωπίδες. Γιατί πραγματικά, πόσα χάνεις αν δε γνωρίζεις γιατί η Πολυδούρη έγραψε: "μου χάρισε η Αυγή ρόδα στα χέρια" (και αυτό δε σημαίνει ότι εξ ορισμού πρέπει να είσαι φιλόλογος, αλλά όπως και να το κάνουμε έχεις μεγαλύτερες πιθανότητες να το ξέρεις).

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Φάουστ του Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε

Η αιώνια μάχη του καλού με το κακό αποτυπώνεται τέλεια στο κλασικό ποίημα του Γκαίτε και δεν δύναται να λάβει χώρα παρά μόνο όταν το πρώτο (γιατί τέτοια θέλω να πιστεύω πως είναι κατά βάση η φύση του ανθρώπου) προκαλεί το δεύτερο. Η άτυχη ψυχή του πρωταγωνιστή παίζεται βέβαια κορώνα γράμματα ήδη από τους πρώτους στίχους του έργου, καθιστώντας την προσέγγιση του Γκαίτε μάλλον μοιρολατρικη και θεοκεντρική. Ο Κύριος και ο Μεφιστοφελής συζητούν για την ανικανοποίητη φύση του σοφού Γκαίτε που ξόδεψε όλη του τη ζωή στην απόκτηση της γνώσης, τελικά δεν έφτασε στην αλήθεια και έχασε τα νιάτα του γι' αυτό. Το ζητούμενο είναι επομένως πως είναι μια ψυχή χωρισμένη στα δύο. Από τη μια κρατιέται σε αυτή τη ζωή, σφιχτά στον κόσμο αυτόν, για να φτάσει σε μεγάλες ανακαλύψεις. Από την άλλη όμως με ορμή απ' τη σκόνη υψώνεται στις σφαίρες των τρανών προγόνων ψηλά. Τα δυο κομμάτια δε μπορούν να ζήσουν μαζί και έχουν οδηγήσει σε τέτοια απελπισία τον πρωταγωνιστή, που δεν επιθυμεί άλλο να ζει. Ως εκ τούτου, ο Κύριος δε μπορεί να προστατέψει τον δούλο του (όπως χαρακτηριστικά τον αποκαλεί). Όσο είναι ακόμη ζωντανός, ο Μεφιστοφελής μπορεί να τον διεκδικήσει.
ΚΥΡΙΟΣ
...Τους ομοίους σου δε μίσησα ποτέ.
Από τα πνεύματα που αρνούνται, ο πονηρός
ο λιγότερο μου είναι βαρετός. 
Κουράζεται ο άνθρωπος πολύ και γρήγορα γυρεύει να ησυχάσει,
γι' αυτό μου αρέσει να έχει ένα μαζί,
που ως διάολος πλάθει και κεντά στη δράση.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ
Να βλέπω που και που το γέρο εδώ μου αρέσει,
και προσέχω μη κόψουμε τη σχέση.
Τι καλοσύνη να μιλεί του σατανά
ένας τρανός αφέντης τόσο ανθρωπινά....
Ο διάβολος εμφανίζεται αρχικά με τη μορφή ενός σκύλου που εισβάλλει με αυτόν τον τρόπο στο σπίτι του Φάουστ και κάνει την εμφάνισή του κατά τη διάρκεια ενός από τα γνωστά παραληρήματά του για τους ανώφελους κόπους της ζωής του. Ο Μεφιστοφελής του τάζει όσους "θησαυρούς" θελήσει ζητώντας ως αντάλλαγμα τη ψυχή του. Χαρακτηριστικά δηλώνει πως γρήγορα θα αποκαλυφθεί πόσο η τέχνη του αξίζει. Ο Φάουστ συναινεί σε ένα μονοπάτι σκοτεινό και καταστροφικό. Συνοδευμένος από τον συκοφάντη μπαίνει σε καταγώγια που δε θα έμπαινε ποτέ, συνομιλεί με κακά πνεύματα και παρασύρει ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι, τη Μαργαρίτα σε έναν έρωτα που θα την οδηγήσει σε τραγικό τέλος. Κατά τη διάρκεια αυτού του τα "ταξιδιού" ο Φάουστ αλλάζει συναισθήματα: απελπισία - έρωτας - μετάνοια. Ωστόσο η συμφωνία είναι κατά πως φαίνεται πράγμα απαράβατο και μη αναστρέψιμο.
Πέρα από το θέμα του έργου που έχει αναλυθεί λογοτεχνικά, φιλοσοφικά και ιστορικά αξιοσημείωτα είναι τα εξής: 1. Ο χαρακτήρας του Φάουστ βασίζεται σε ένα υπαρκτό πρόσωπο που γεννήθηκε στα 1460 περίπου και έφερε το ίδιο όνομα: Φάουστ Γεώργιος ή Γιόχαν Φάουστους. Ο ίδιος καυχιόταν για τις μαγικές του ικανότητες, ενώ παράλληλα θρύλοι διαδίδονται γύρω από τις περίεργες συνθήκες του θανάτου του...πως δηλαδή έπεσε θύμα στραγγαλισμού από τον ίδιο τον διάβολο. Ο κεντρικός πυρήνας επομένως της ιστορίας επιβιώνει ανά τους αιώνες μέχρι που έφτασε στα χέρια του Γκαίτε ή ακόμη αργότερα του Τόμας Μαν. 2. Το έργο έχει την κλασική μορφή ποιητικού κειμένου με έντονα αρχαιοελληνικά τραγικά στοιχεία. Υπάρχει η επίκληση στον ποιητή, υπάρχει ο χορός που ενσαρκώνεται στη μορφή και στη φωνή των πνευμάτων, ο πρωταγωνιστής που σφάλλει, ένα πρόσωπο εξαιρετικά τραγικό μέχρι το τέλος. Η κάθαρση βέβαια δεν είναι απολύτως ξεκάθαρη. Θα έλεγα ότι προοικονομείται από τον ίδιο τον διάβολο, αλλά δεν εκτυλίσσεται ποτέ μπροστά στα αναγνωστικά μας μάτια. 3. Η άβγαλτη Μαργαρίτα, η καταπιεσμένη από τη μητέρα της, η χωρίς αυτοπεποίθηση κοπέλα της οποίας η μοίρα διαγράφεται ζοφερή, είναι η μόνη που καταλαβαίνει - σαν από ένστικτο αγνής ψυχής - τον διάβολο. 4. Η γλώσσα είναι περίπλοκη, οι εικόνες εναλλάσσονται ταχύτατα, το ύφος είναι λυρικό, πλούσιο σε συνδηλώσεις και μεταφορές. Οι μοναδικές στιγμές που ο Γκαίτε έγραψε με απλότητα ήταν στις ατάκες του διαβόλου και υποψιάζομαι πως δεν είναι τυχαίο. Θα κλείσω με την προοικονομία της κάθαρσης που παραδέχεται ο Μεφιστοφελής πολύ νωρίς, έτσι για να μας δώσει ελπίδα για το άσχημο τέλος:
Εκείνο ενάντια στο Μηδέν που στέκει τώρα, 
το κάτι, αυτός ο κόσμος ο χοντρά κομμένος, 
ολότελα δεν είναι πειραγμένος, 
όσα κι αν πιχειρίστηκα ως την ώρα
με μπόρες, κύματα, σεισμούς και πυρκαγιά - 
στέκουν ατάραχα και πέλαα και στεριά!
Κι η κολασμένη δα των ζώων και ανθρώπων γεννά
αυτή είναι αδύνατο κανένας να τη βλάψει:
πόσους δεν έχω ως τώρα θάψει!
Κι αίμα καινούργιο νέο πηδά ολοένα.
Έτσι πάει πάντα, είναι κανένας να λυσσιάζει.
Σημ. Η μετάφραση είναι του εξαιρετικού Κωσταντίνου Χατζόπουλου και κυκλοφορεί με την εικονογράφηση των έργων του Ντελακρουά από τις εκδόσεις "γράμματα".

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

Η Ναυτία του Ζαν Πολ Σαρτρ (χρονιάρες μέρες)

"Περνάω τόσο κοντά της, που θα μπορούσα να την αγγίξω. Είναι...μα πως να το πιστέψω, ότι αυτή η πυρπολούμενη σάρκα, αυτό το πρόσωπο που λάμπει από πόνο;...ωστόσο αναγνωρίζω το τσεμπέρι, το παλτό και το χοντρό μελανό σημάδι που έχει στο δεξί της χέρι, αυτή είναι, η Λούσυ, η παραδουλεύτρα. Δεν τολμώ να της προσφέρω τη βοήθειά μου, μα πρέπει να μπορέσει να μου τη ζητήσει στην ανάγκη: περνάω αργά από εμπρός της και την κοιτάζω. Τα μάτια της καρφώνονται πάνω μου, μα δε φαίνεται να με βλέπει, είναι σαν να μη μπορεί να αναγνωρίσει κανένα μέσα στον πόνο της. Κάνω μερικά βήματα. Ξαναγυρίζω. Ναι, αυτή είναι, η Λούσυ. Όμως μεταμορφωμένη, εκτός εαυτού, υποφέροντας με μια τρελή γενναιότητα. Τη ζηλεύω. Είναι εκεί, ολόρθη, ανοίγοντας τα μπράτσα της, σα να περίμενε τα στίγματα". Η μοναδική σκηνή στη Ναυτία που απόλαυσα γιατί με συνεπήρε η θρησκευτική παρομοίωση, ίσως επειδή δεν την περίμενα. Κατά τ' άλλα: Ο Ροκαντέν (ο ίδιος ο Σαρτρ;) εγκατεστημένος στην Μπουβίλλ (πόλη φανταστική) μετά από έντονη και γεμάτη ζωή εκπονεί έρευνα για τον μαρκήσιο ντε Ρομπελλόν (επίσης φανταστικός όσο και η Μπουβίλλ). Και φυσικά καμία σημασία δεν έχουν όλα αυτά, αφού αυτό που ενδιαφέρει εδώ είναι η υπαρξιακή αναζήτηση του ήρωα που τον οδηγεί σε μιαν αέναη κρίση πανικού που εκφράζεται κυριολεκτικά στο παραμικρό και που ορίζεται ως "ναυτία". Και μέσα σε όλον αυτό τον πανικό, δεν καταλαβαίνω ποιος έρχεται, ποιος φεύγει, τι σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή ο ήρωας, τι σκέφτεται τώρα και γενικότερα η εντύπωση που μου άφησε χρονιάρες μέρες (δεν έπρεπε να με βρει η νέα χρονιά με τον λογοτεχνη Σαρτρ στα χέρια μου) συμπυκνώνεται στη φράση του συγγραφέα:"...τρώω ένα σάντουιτς, όλα είναι σχεδόν ομαλά". Και παραδέχομαι βαθιά μέσα μου ότι δεν το 'χω, πρέπει να το εγκαταλείψω, αλλά όχι, ας μείνω, μήπως δε βλέπω εμένα μέσα σε τούτο τον κακό χαμό που συμβαίνει στο μυαλό του; Την 1η του χρόνου απελπίστηκα. Στο δέντρο τρεμόπαιζαν χαρούμενα τα φώτα. Θαλπωρή γύρω μου. Τίποτε δεν ταίριαζε με τις αράδες του βιβλίου. Την 3η του  χρόνου ένας φίλος μου είπε: "δύο φορές την προσπάθησα τη Ναυτία. Ας έλεγε κάποιος στον Σαρτρ να αφήσει τη λογοτεχνία και να ασχοληθεί μόνο με τη φιλοσοφία". Απενοχοποιήθηκα. Γύρισα στο σπίτι και έκλεισα το κεφάλαιο Ναυτία - όχι οριστικά νομίζω -  στις 75 σελίδες. Απομένουν άλλες 150. Όχι τώρα όμως. Τώρα αποφάσισα να γράψω (ως άλλος Σαρτρ), για να μου φύγει η θολούρα...

Να μου συγχωρήσουν οι φανατικοί του Γάλλου φιλοσόφου την άτσαλη οπισθοχώρηση προς χάριν του κουραμπιέ και της εορταστικής ατμόσφαιρας. Αλλά μη νομίζουν πως θα του δοθεί ευκαιρία σύντομα. Μόλις έπιασα τα Σταφύλια της Οργής...

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Χρόνια Πολλά


“One can never have enough socks," said Dumbledore. "Another Christmas has come and gone and I didn't get a single pair. People will insist on giving me books.”

J.K. Rowling, Harry Potter and the Sorcerer's Stone

Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

Φρανκενστάιν της Μέρι Σέλει

Αφορμή για τη σύλληψη της ιδέας στάθηκε ένας άτυπος "διαγωνισμός" στον οποίο συμμετείχε τούτη η γυναίκα με τον σύζυγό της, Πέρσι Σέλει, τον φίλο τους Πολιντόρ και τον λόρδο Βύρωνα στην κατοικία του τελευταίου στις Άλπεις στα 1817. Η συμφωνία ήταν να επινοηθεί η πιο τρομακτική ιστορία. "Ο Ευγενής συγγραφεύς άρχισε μια ιστορία που απόσπασμά της τύπωσε στο τέλος του ποιήματος για τον Μαζέπα. Ο Σέλει, που ήταν πιο άξιος να δίνη σάρκα σε ιδέες και αισθήματα με την ακτινοβολία λαμπερών περιγραφών...άρχισε ένα διήγημα με βάση τις εμπειρίες των παιδικών του χρόνων. Ο δυστυχής Πολιντόρ είχε μια τρομερή ιδέα: μια κυρία με κεφάλι σκελετού που τιμωρήθηκε γιατί κοίταζε από μία κλειδαρότρυπα...εγώ προσπάθησα να σκεφτώ μια ιστορία...που θα μιλούσε στους ανεξιχνίαστους τρόμους της ανθρώπινης φύσης και θα προκαλούσε φόβους ανατριχιαστικούς - μια ιστορία που θα έκανε τον αναγνώστη να φοβάται να κοιτάξη γύρω του, που θα έκοβε το αίμα του και θα επιτάχυνε τους χτύπους της καρδιάς του" μαρτυρεί η ίδια στον πρόλογο του βιβλίου της.
Η Σέλει δυσκολεύτηκε λίγο, αλλά όπως αποδείχθηκε μέχρι σήμερα, τελικά συνέθεσε ένα από τα καλύτερα βιβλία τρόμου στην ιστορία της λογοτεχνίας. Σκοτεινό, λυρικό και πρωτότυπο, ένα κράμα φαντασίας και επιστήμης εκδόθηκε για πρώτη φορά στα 1831, χαρακτηριστικά τα οποία διαφαίνονται και στην φωτογραφία δεξιά που αποτελεί την πρώτη σελίδα εκείνης της πρώτης έκδοσης. Η υπόθεση είναι φυσικά γνωστή σε όλους: Ο Ελβετός Βίκτορ Φρανκενστάιν είναι ένας φιλόδοξος νεαρός που με όλη τη στήριξη της αγαπημένης του οικογένειας σπεύδει να σπουδάσει στο εξωτερικό φυσικές επιστήμες. Εκεί εφευρίσκει (ή ανακαλύπτει - η σημασιολογική διαφορά των λέξεων είναι σημαντική, το "ανακαλύπτει" εδώ είναι ίσως πιο τρομακτικό, αλλά το αποφεύγω για λόγους κοινής λογικής) έναν τρόπο να δίνει ζωή στά άψυχα. Φέρνει λοιπόν στη ζωή το τέρας του, στη θέα του οποίου όμως νιώθει τελικά αποστροφή και φόβο, σε τέτοιο βαθμό που το εγκαταλείπει αμέσως παθαίνοντας ο ίδιος σοβαρό νευρικό κλονισμό. Η αντιμετώπιση του Φρανκενστάιν αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό για όλους τους ανθρώπους, όπως θα διαπιστώσει τώρα και για τα επόμενα περίπου δύο χρόνια το τέρας που φεύγει τρομαγμένο και περιπλανιέται σε έναν χαοτικό κόσμο προσπαθώντας παράλληλα να "μεγαλώσει", να μιλήσει και να κατανοήσει.
Η έλλειψη της ανθρώπινης αποδοχής του πλάσματος που πλέον έχει αναπτύξει όλες τις διανοητικές και σωματικές του λειτουργίες αποτελεί τώρα την αφορμή για εκδίκηση, ιδιαιτέρως όταν αυτό ανακαλύπτει τυχαία το ημερολόγιο του "πατέρα" του και πλέον γνωρίζει τη μακάβρια και φρικιαστική γέννησή του. Από τούδε και στο εξής τα πράγματα αποδεικνύονται μοιραία για τον πρωταγωνιστή: ο μικρός του αδερφός δολοφονείται και μία προστατεύομενη της οικογένειάς του κατηγορείται για τη δολοφονία του και εκτελείται. Το τέρας επιδίδεται σε μία ακατάπαυστη καταδίωξη του Φρανκενστάιν, πράγμα που τον καταρρακώνει ψυχολογικά μέχρι τελικά να χαθεί σχεδόν όλη του η οικογένεια και κυρίως η αγαπημένη του Ελίζαμπεθ, τη νύχτα του γάμου τους.
Η τεράστια επιτυχία του βιβλίου οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην εποχή κατά την οποία γράφτηκε. Η επιστημονική επανάσταση βρίσκεται στις αρχές της. Οι άνθρωποι προσπαθούν να εκλογικεύσουν τις παλαιωμένες του αντιλήψεις και να αποβάλουν τις δεισιδαιμονίες, βρίσκονται όμως σε μεταβατική περίοδο, επομένως η αλήθεια και το ψέμα εμπλέκονται και δημιουργούν σύγχυση. Τη σύγχυση αυτή εκμεταλλεύτηκε η συγγραφέας συνθέτοντας μια ιστορία που βασίζεται στην επιστήμη, ωστόσο είναι άκρως φανταστική. Υπό αυτήν την έννοια, ο τρόμος γεννάται πολύ εύκολα και σε πολύ μεγάλο βαθμό στον αναγνώστη. Εν ολίγοις, η Σέλει επέτυχε τον σκοπό της. Τα προτερήματα του βιβλίου είναι σίγουρα: 1) η αφήγηση του τέρατος στον Φρανκενστάιν σχετικά με την πνευματική του ανάπτυξη και εξέλιξη (εντυπωσιακή εξέλιξη! Το τέρας αναλύει Βέρθερο και Χαμένο Παράδεισο με μεγάλη άνεση) 2) η σκοτεινή ατμόσφαιρα που επικρατεί σε όλη την έκταση του κειμένου. Το βασικότερο μειονέκτημα του βιβλίου είναι ο ξεχειλίζων λυρισμός, κυρίως στις περιγραφές της εσωτερικής κατάπτωσης του πρωταγωνιστή. Εντύπωση μου προκάλεσε η ικανότητα των ανθρώπων εκείνης της εποχής να ταξιδεύουν από χώρα σε χώρα (και) πεζή.
Ο Κένεθ Μπράνα στην ομώνυμη ταινία του 1994 δίνει πνοή στο δημιούργημά του

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Το τέλος του Σουάν και τα τσακίσματα στις σελίδες μου

Συνηθίζω να τσακίζω τις σελίδες των βιβλίων που διαβάζω πάνω, όταν σταματώ σε κάποιο σημείο και θέλω να επιστρέψω σε αυτό, κάτω, όταν η σελίδα εμπεριέχει κάτι που μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Τα πάνω τσακίσματα ποτέ δεν τα κρατώ για ευνόητους λόγους, μόνο η γραμμή της τσάκισης προδίδει που έκανα τις στάσεις μου. Τα κάτω τσακίσματα δεν τα πειράζω ποτέ, για να βρίσκω πάντα τις σελίδες που αγάπησα. Ο τόμος του Σουάν τελειώνει με πολλά τσακίσματα στο κάτω μέρος του, κι αν δε με συγκρατούσε η σύνεση ότι το βιβλίο αυτό δε μου ανήκει, αλλά ότι ανήκει στον καλό μου που συνέλεξε τους τόμους με μεγάλη ευλάβεια, θα είχα κιόλας υπογραμμίσει πολλά πράγματα, θα είχα ζωγραφίσει, θα είχα γράψει σχόλια...
Το δεύτερο μέρος του τόμου τελειώνει με έναν έρωτα ασύμβατο. Ο Σουάν και η Οντέτ, πλάσματα τόσο διαφορετικά, δεν "συναντήθηκαν" ποτέ. Η περιγραφή και η αφήγηση γίνεται αποκλειστικά από την πλευρά του άνδρα, που είναι "ανώτερος" πνευματικά από τη μετρέσα του. Το παράδοξο είναι ότι εμπλέκεται σε ένα ταπεινό ερωτικό παιχνίδι που χαρακτηρίζεται από ακατάσχετη ζηλοτυπία, ο ίδιος όμως το αντιλαμβάνεται σε βάθος και πάνω σε αυτό ψυχογραφεί και φιλοσοφεί σε τέτοιο βαθμό που ο αναγνώστης ξεχνά το θέμα, το συναισθάνεται και το παραλληλίζει με άλλα δικά του θέματα που δεν είναι διόλου ταπεινά. Και εδώ νομίζω ότι αποδεικνύεται το μεγαλείο του συγγραφέα που προφανώς δε μπόρεσε να αντιμετωπίσει τη ζωή με απλότητα, όμως επιδόθηκε σε μία υπαρξιακή αναζήτηση μέσα από την απλότητα. Ο Σουάν ξαναβρίσκει τον εαυτό του μέσα από τις φιλοσοφικές του αναζητήσεις, μέσα από τη τέχνη και κυρίως τη μουσική, για να διαπιστώσει στο τέλος πως: άσκοπα ξόδεψε χρόνια της ζωής του, πως θέλησε να πεθάνει, πως είχε τον πιο μεγάλο του έρωτα για μια γυναίκα που δεν του άρεσε, που δεν ήταν ο τύπος του!
Ο Σουάν βέβαια δεν είναι ένας απλός δεσμός της παιδικής ηλικίας του συγγραφέα με το τρίτο μέρος που αφορά τον δικό του έρωτα με την κόρη του Σουάν, τη Ζιλμπέρτ. Ο αφηγητής επιστρέφει στο Κομπραί και ονειρεύεται άλλους τόπους - σκεφτόμουν πως το Πόντε Βέκκιο ήταν κιόλας σκεπασμένο από γιατσίντα και ανεμώνες και πως ο ανοιξιάτικος ήλιος χρωμάτιζε κιόλας τα νερά του Μεγάλου Καναλιού μ' ένα τόσο βαθύ γαλάζιο και με τόσα πολύτιμια σμαράγδια ώστε, καθώς έρχονταν και παφλάζανε μπροστά στους πίνακες του Τιτσιάνο, θα μπορούσαν να συναγωνιστούν τα πλούσια χρώματά τους (διάλεξα τη Φλωρεντία καθαρά για εγωιστικούς λόγους, έχω βρεθεί μπροστά στο Πόντε Βέκκιο, πάνω από τον Άρνο, και δε θα μπορούσε να την οραματιστεί καλύτερα). Η Ζιλμπέρτ έρχεται και αυτή σαν οπτασία σε έναν τόπο που δεν επιθυμούσε, δεν ονειρεύτηκε, στα Ηλύσια Πεδία. Θαρρείς από πλήξη ο συγγραφέας ερωτεύτηκε και εξιδανίκευσε το πλάσμα τούτο που το έπλασε όπως ήθελε στο μυαλό του και η μορφή της, η πραγματική της μορφή, δεν ήταν παρά το ολόγραμμα ενός φαντασιακού έρωτα. Όλοι αυτοί οι έρωτες βέβαια είναι μονομερείς και έτσι πρέπει να είναι. Η φαντασιακή μορφή του ενός δε θα μπορούσε ποτέ να επιδοθεί σε γνήσιες και επίγειες ερωτικές εκφράσεις. Αν το έκανε θα έχανε το μυστηριώδες που το χαρακτηρίζει. Έτσι και ο αφηγητής δέχεται την απογοήτευση στην προσπάθειά του να κατακτήσει τη Ζιλμπέρτ, πράγμα δρομολογημένο και αναμενόμενο.
Πολύ συχνά διαβάζω πως το Αναζητώντας... είναι το αριστούργημα που ο λογοτέχνης συνέθεσε με ένα πολύ απλό θέμα: τη ζωή. Θεωρώ πως η προσέγγιση αυτού του είδους είναι μάλλον πλατιασμένη, ίσως και λίγο πομπώδης. Ο συγγραφέας - και λαμβάνω το ρίσκο να εκφράσω την άποψή μου έχοντας ολοκληρώσει μόνο τον πρώτο τόμο -  ήθελε να μιλήσει για τον έρωτα σε όλες τις εκφάνσεις του. Το ίδιο το θέμα είναι τετριμμένο, χιλιοειπωμένο. Η προσέγγιση όμως είναι μοναδική. Τα τρία μέρη του τόμου, τοποθετημένα σε λογική χρονική αλληλουχία, διαρθρώνονται μέσα από τα πολλά πρόσωπα του έρωτα με πρωταγωνιστές ανθρώπους που στη μία ή την άλλη περίπτωση δένονται μεταξύ τους, οι ζωές τους συμπίπτουν λίγο ή πολύ. Υπάρχει λοιπόν η εξιδανίκευση του υιού απέναντι στη μητέρα, υπάρχει ο εμμονικός έρωτας που η λύτρωση φανερώνει τα τρωτά του, υπάρχει ο έρωτας χωρίς ανταπόκριση, υπάρχει ακόμη - σε δευτερεύοντα πρόσωπα - το σύμπλεγμα, η ομοφυλοφιλία, η ομοφοβία κτλ. Και πράγματι δε μου κάνει καμία εντύπωση η αποκάλυψη του ονόματος της κας Σουάν, γιατί η λύτρωση φέρνει και την αποδοχή. Άλλωστε ποτέ ο Σουάν - που μάλιστα αποτελεί και πρότυπο μίμησης για τον νεαρό αφηγητή - δεν αποποιήθηκε τα συναισθήματά του για την Οντέτ, απλώς είδε κατάματα την αλήθεια.
Δύσκολο εγχείρημα το Αναζητώντας...Δεν είναι κατάλληλο για περίοδο γεννητουριών. Δεν είναι κατάλληλο ίσως για οποιαδήποτε περίοδο, είναι όμως καταλληλότατο για οποιαδήποτε συναισθηματική κατάσταση. Είναι φήμες ότι χρειάζεται καθαρό μυαλό, χρειάζεται τη συγκινησιακή μνήμη του αναγνώστη για να ξετυλιχτεί. Πολύ, μα πολύ βοηθητικός ο "μπούσουλας - περίληψη" στο τέλος του βιβλίου. Τον ανακάλυψα στην αρχή του τρίτου μέρους, διότι δε συνηθίζω να κοιτάζω τις τελευταίες σελίδες παρά μόνον τυχόν σημειώσεις. Τέλος, απολαυστικές οι πολιτισμικές πληροφορίες που μπορεί κανείς να αντλήσει από το βιβλίο, για άλλα βιβλία, για μουσικές, για θέατρα. Θα αποστασιοποιηθώ λίγο από τον Προυστ (θαυμάζω αυτούς που τον διαβάζουν μεμιάς) και θα επιστρέψω εν καιρώ με τον δεύτερο τόμο...

*Η εικόνα δεν απεικονίζει τίποτε άλλο παρά χειρόγραφα του συγγραφέα

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Απόπειρες (3)

Η Καλή Εκδοχή

Δε ξέρει πως να σηκωθεί από το κρεβάτι. Είναι κάτι στιγμές που νιώθει τα πόδια του βαριά και ασήκωτα. Και δεν είναι ότι ξενυχτάει στα μπουζούκια. Χαζοξενυχτάει μπροστά στον υπολογιστή, μιλάει με τη Μαρία στο τηλέφωνο, στέλνει κανένα μήνυμα σε ένα από τα σάιτ που επισκέπτεται κρυφά και αυτό είναι. Τον τελευταίο καιρό βρίσκεται σε μία μεταβατική περίοδο, πρέπει να τελειώσει τις σπουδές του και να βρει δουλειά. Ίσως αυτό να τον κουράζει. Αλλά δε μπορεί να βιαστεί, άλλωστε δεν υπάρχει ανάγκη να βιαστεί. Κοντεύει τα τριάντα και μένει με τους γονείς του, αλλά μπορεί να βαρέσει τη μαλακία του κάτω από το κοτλέ φαρδύ παντελόνι ή να την αφήσει να ξεσπάσει πίσω από την κλειδωμένη τουαλέτα. Μικρό το κακό. Μπορεί ακόμη να την αφήσει να προσπεράσει. Δεν είναι δα και έφηβος.
Η Μαρία, από την άλλη, δε λέει να επιστρέψει. Έφυγε πριν από 9 μήνες για την Αμερική. Η καριέρα της τώρα εκτοξεύτηκε, είναι στέλεχος μιας μεγάλης εμπορικής εταιρείας στο Σαν Φρανσίσκο. Η ευρηματικότητα και η σβελτάδα της ανέβασαν σημαντικά τα εισπρακτικά νούμερα των Αμερικανών εργοδοτών της και η υπόσχεσή της να γυρίσει στην πατρίδα για να συνεχίσει την καριέρα της παρατείνεται ολοένα και περισσότερο. Μόλις χθες το βράδυ του ανακοίνωσε πως θα πρέπει οπωσδήποτε να μείνει ένα ακόμη εξάμηνο. Το θεώρησε σωστό να την επιπλήξει γλυκά, να τη μαλώσει και λίγο, αλλά η αλήθεια είναι πως η Μαρία είναι ώρες - ώρες ανυπόφορη. Αν και ανοίγεται τώρα ένας αλλιώτικος κόσμος μπροστά της, τον πιέζει να παραδώσει τη διπλωματική του, να εργαστεί, να νοικοκυρευτούν, να κάνουν οικογένεια, να είναι έτοιμος μόλις εκείνη επιστρέψει...
Ξαφνικά τινάζει από πάνω του τα σκεπάσματα, σηκώνεται, φοράει τα βελούδινα πασουμάκια του και κατευθύνεται προς την πρωινή του περιποίηση όταν η μαμά φωνάζει διαφημίζοντας όλα τα ελέη του Θεού: μπέικον τηγανιτό, αυγά ποσέ, φρυγανισμένο ψωμί, μαρμελάδες και μέλια, καφές - όπως τον πίνει - από τα χεράκια της, γάλα, πορτοκαλάδα, βούτυρο, φρούτο...Στ' αλήθεια, ο γιατρός συμβουλεύει να βουρτσίζει κανείς τα δόντια του πάνω - κάτω. Ποτέ δεν το κάνει, βαριέται οικτρά, τα βουρτσίζει δεξιά αριστερά για 20 δευτερόλεπτα περίπου κόντρα και στο "πρέπει να κρατάει το βούρτσισμα το λιγότερο ένα λεπτό". Επίσης βαριέται οικτρά. Κοιτάζει τον καθρέφτη, κάνει μια γκριμάτσα βγάζοντας έξω τη γλώσσα του και τρίβει όλο νόημα το τριών ημερών γένι του, όταν η μαμά φωνάζει και πάλι. "Ώχου! είπε στον εαυτό του, "δε με χέζεις και συ".

Ο δρόμος προς το πανεπιστήμιο είναι αρκετά σύντομος με το νέο του αυτοκίνητο. Από καιρό είχε βαρεθεί τα πήγαινε - έλα με τα λεωφορεία. Ο κόσμος είναι σχεδόν αηδιαστικός, κυρίως οι ξένοι. Βρωμούν. Καταντούν το πρωινό του μπάνιο μια ανώφελη διαδικασία. Σκέφτεται να πάει και αυτό το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, να το δοκιμάσει στις μεγάλες ταχύτητες. Με σύνεση βέβαια. Δεν έχει όρεξη να τρέχει ούτε στα νοσοκομεία ούτε στα συνεργεία. Έφτασε στο γραφείο φρέσκος, σένιος και ωραίος. Κρέμασε με ευλάβεια το καλό του παλτό στον καλόγερο και στρώθηκε μπροστά στον υπολογιστή του. Είχε μεγάλη αυτοπεποίθηση για την καριέρα του, και για όλα τα υπόλοιπα βέβαια. Καμία ταπεινοφροσύνη. Παρόλ' αυτά έλεγε κάτι χαζά του τύπου: δεν έχω κάνει κάτι σημαντικό, υπάρχουν και καλύτεροι ερευνητές από μένα που έχουν ολοκληρώσει πολύ καλές σχολές και όχι αυτό το μπουρδέλο που τελείωσα εγώ κλπ. Οι φρασεις αυτές εκστομίζονταν με μία αίσθηση απέχθειας στο πρόσωπο - η αλήθεια είναι ότι την ίδια απέχθεια επεδείκνυε ακόμη και αν έλεγε κάτι θετικό π.χ. πωπω! (απέχθεια) πολύ ωραίες εγκαταστάσεις έχει το πανεπιστήμιο της Κολούμπια!  (απέχθεια) τι κτήρια! (πολλή απέχθεια) τι πάρκα! (αποστροφή). Και αυτή η αίσθηση βεβαια πρόδιδε πως τίποτε δεν πίστευε από αυτά που έλεγε. Όλη η μέρα έτσι κύλισε, με υπολογισμούς, με κανά δυο αδιάφορες απόπειρες κοινωνικοποίησης με διδακτορικούς, μεταπτυχιακούς, ξερόλες καθηγητές, αδιάφορες φοιτητριούλες και με μπόλικη απέχθεια. Στις 6 ακριβώς έκλεισε τον υπολογιστή του και όταν κατευθύνθηκε προς τον καλόγερο για το παλτό του, χτύπησε το τηλέφωνο. Ο υπέυθυνος καθηγητής του ήταν, του ανέθεσε μια επείγουσα εργασία που έπρεπε οπωσδήποτε να βρίσκεται στο γραφείο του την άλλη μέρα το πρωί. Κατέβασε το ακουστικό, σιχτίρισε τη μοίρα του και άνοιξε και πάλι τον υπολογιστη του.

Ήταν πια 11 το βράδυ όταν τελείωσε και την κοπάνησε γρήγορα για το σπίτι του. Πεινούσε αφόρητα και ήθελε να ξεκουραστεί. Μετά από κάμποση ώρα βρέθηκε σε ένα από τα φανάρια της οδού Μάρνης. Αδιάφορα κοιτούσε δεξιά και αριστερά το αρρωστημένο περιβάλλον της πιο κακόφημης περιοχής της πόλης, όταν η ματιά του σταμάτησε στην εικόνα μιας νέγρας πόρνης που την ξυλοφόρτωνε ένας μεγαλόσωμος, κακάσχημος άντρας που μάλλον ήταν ο νταβατζής της. Πριν προλάβει να σκεφτεί πως πρέπει να φύγει στα γρήγορα για να μη βρεθεί μπλεγμένος σε καμιά ανόητη ιστορία, η νέγρα έπεσε αιμόφυρτη μπροστά στο καινούριο του αμάξι και ο μεγαλόσωμος, κακάσχημος άντρας έτρεξε προς την πλατεία Βάθης και σε λίγα δευτερόλεπτα χάθηκε μέσα στα στενά. Κόντευε 12, δυο -  τρία αυτοκίνητα πέρασαν, ένας, ίσως και δύο περαστικοί, τέτοιοι που να ταιριάζουν στο σκηνικό της μαυρίλας και της δυστυχίας του βαλτωμένου κέντρου της πόλης. Ήταν πραγματικά η τέλεια ευκαιρία για να φύγει, για να συνεχίσει τη ζωούλα του, να τσιμπίσει αυτό το κατιτίς που 'λειπε απ' το στομάχι του και να ξυπνήσει αύριο με την χαρά ότι απέφυγε να ασχοληθεί με μια βρομιάρα πόρνη.
Για κάποιον απροσδιόριστο λόγο βγήκε έξω, πλησίασε την κοπέλα και από ένστικτο ακούμπησε τα δάχτυλά του κάπου στο λαιμό της για να νιώσει το σφυγμό της. Αφού διαπίστωσε ότι ακόμη ζούσε, τη σήκωσε στα χέρια του για να τη μεταφέρει στο πλησιέστερο νοσοκομείο. Το βλέμμα του φαινόταν χαμένο, οι σκέψεις ασύνδετες φόρτωναν το μυαλό του: "σε ποιο νοσοκομείο να πάω;" ή "λες να κόλλησα τίποτα τώρα που την άγγιξα;" ή "μια πουτάνα είναι, και μάλιστα μαύρη" ή ακόμη "δεν είναι άσχημη". Την ίδια στιγμή που την κρατούσε στα χέρια του έτοιμος να τη βάλει στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, άκουσε φωνές νά έρχονται από απόσταση. Πολλοί άντρες με ξυρισμένα κεφάλια, με καδρόνια στα χέρια και με άγριες διαθέσεις άρχισαν να φωνάζουν: "Άσε την πουτάνα τη μαύρη! Θέλεις να τη σώσεις; Θα πεθάνεις και συ μαζί της!" Δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Μόλις που ακούμπησε την κοπέλα στο κάθισμα και δέχτηκε το πρώτο χτύπημα στο σβέρκο. Ύστερα στο κεφάλι. ´Επεσε κάτω, μετά στα πλευρά κλωτσιές και μπουνιές. Άρχισε να νιώθει το αίμα να τρέχει στο μέτωπό του. Και πολλά, πολλά χτυπήματα, τον άφησαν εκεί στη μέση του δρόμου. Η τελευταία εικόνα που αντίκρισε ήταν η αστυνομία που έτρεψε σε φυγή το συφερτό και ένα ασθενοφόρο. Τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της εξείχαν από το φορείο, την ώρα που οι γιατροί έλεγαν "ζει" και εκείνος θυμήθηκε πως ένας μεγάλος σοφός είχε πει κάποτε πως η ευτυχία είναι στο καλό τέλος.

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Μαουτχάουζεν του Ιάκωβου Καμπανέλλη

Είμαι εντελώς πεπεισμένη πια πως η αναβίωση του ναζισμού στην Ελλάδα οφείλεται στην αδυσώπητη και καταλυτική αιτία της άγνοιας. Κοιτώ γύρω μου ανθρώπους (κυρίως δε παιδιά, με τα οποία σχετίζομαι πολύ συχνά λόγω της δουλειάς μου) που ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΝ! Δεν ξέρουν απλά πράγματα...από που ανατέλλει ο ήλιος ας πούμε, ποια είναι τα διαμερίσματα της χώρας, ποιες οι πρωτεύουσες των νομών, των χωρών της Ευρώπης ή του κόσμου ολόκληρου, τί είναι δημοκρατία, τί αριστερά, τί δεξιά, ποιος ήταν ο Χίτλερ (αρχηγός των Τούρκων ή των Γερμανών;), ποια είναι η 28η Οκτωβρίου, ποια η 25η Μαρτίου...κλπ.κλπ. Δε πιστεύω πως είναι σημαντικό να γνωρίζει κανείς στην ηλικία των 15 και 16 την πρωτεύουσα του νομού Ημαθίας επί παραδείγματι, για να μπορέσει να χτίσει στην ψυχή του την ανθρωπιά, την καλοσύνη και την αλληλεγγύη. Θεωρώ όμως πως κάναμε τα στραβά μάτια - γονείς, δάσκαλοι, καθηγητές - στο πρώτο τραγικό λάθος, και στο δεύτερο και το τρίτο. Και τα σφάλματα μαζεύτηκαν και έγιναν ένας σωρός από παρεξηγήσεις και παρανοήσεις, το προσφορότερο έδαφος για διαβουκόληση συνειδήσεων  - συνειδήσεων σε λήθαργο, αλλά συνειδήσεων. Οι συνειδήσεις αυτές μεγαλώνουν και γίνονται 18 και 25, και πραγματικά μου προκαλεί μηδαμινή εντύπωση όταν καμαρώνουν πως ψηφίζουν τους ναζιστές ή, ακόμη χειρότερα, πως στέκονται ενεργά στο πλευρό τους οργανώνοντας συσσίτια μόνο για Έλληνες, πλακώνοντας στο ξύλο μετανάστες, σκοτώνοντας τον Παύλο Φύσσα...
Για να πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή (και επειδή όλοι φταίμε, λίγο ή πολύ), ο ήλιος ανατέλλει από την ανατολή, η πρωτεύουσα του νομού Ημαθίας είναι η Βέροια και βγάζει και ωραιότατα ροδάκινα, η δημοκρατία είναι το πολίτευμα στο οποίο άρχει ο λαός και το ολοκαύτωμα των Εβραίων και όσων δεν συμφωνούσαν με τους ναζιστές είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο.
Ο δικός μας Ιάκωβος Καμπανέλλης κατέγραψε τη δική του εμπειρία στο Μαουτχάουζεν, στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Αυστρία, στο οποίο έμεινε 2 χρόνια από το 1943 ως την απελευθέρωση των κρατουμένων. Δε θα μπω σε λεπτομέρειες. Και τα εγκλήματα θα διαβάσει ο αναγνώστης, και το παράλογο μίσος θα νιώσει στο πετσί του, και την ελπίδα όμως των επιζώντων για τη ζωή τους από το τέλος της παράνοιας και εξής, με όσα σημάδια άφησε αυτή. Αφού λοιπόν ξεδιαλύνουμε τα απλά, οφείλουμε να διαβάσουμε στα παιδιά μας το Μαουτχάουζεν.


Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Διεθνής Εβδομάδα Βιβλίου

Στο facebook σήμερα το πρωί είδα τις εξής ευχάριστες κοινοποιήσεις:

"Παίρνουμε το πιο κοντινό μας βιβλίο, πάμε στη σελίδα 52, αντιγράφουμε την 5η πρόταση και την αναρτούμε ως στάτους. Δεν αναφέρουμε τον τίτλο. Συμπεριλαμβάνουμε τους κανόνες ως μέρους τους στάτους."
https://www.facebook.com/hashtag/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%AE%CF%82_%CE%B5%CE%B2%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CE%B4%CE%B1_%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85

Και εγώ λοιπόν: "..αλλά αυτό δεν είναι άξιο απορίας, συμβαίνει σε όλες τις μονάδες από καταβολής κόσμου..."

Καλημέρα λοιπόν και ωραίες κοινοποιήσεις να έχουμε.

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Η Κυρία με τις Καμέλιες του Αλέξανδρου Δουμά (του υιού)

Το πιο όμορφο πράγμα που κυκλοφορεί σχετικά με το βιβλίο του Δουμά του υιού είναι μάλλον ό,τι εμπνεύστηκαν οι παράπλευροι, παρά το ίδιο το βιβλίο...Ο Γάλλος συγγραφέας και δραματουργός που έζησε τον 19ο αιώνα θέλησε να καταγράψει την ιστορία ενός έρωτα μιας πόρνης (πολυτελείας) και του νεαρού Αρμάνδο Ντυβάλ και το δραματικό τέλος της πρώτης που προσβλήθηκε και εν τέλει δε γλίτωσε από τη φυματίωση σε νεαρότατη ηλικία. Φαίνεται πως η Μαργαρίτα η Γκωτιέ (γιε γιε - γιε γιε που άδει και ο αγαπητός μου Γιώργος Μαρίνος) είναι εμπνευσμένη ηρωίδα από τη Μαρί Ντιπλεσί, υπαρκτό πρόσωπο του ιδίου επαγγελματικού προσανατολισμού, με την οποία μάλλον συνδέθηκε ερωτικά ο συγγραφέας. Κατέγραψε την ιστορία αμέσως μετά τον θάνατό της και η καταγραφή τον καταξίωσε ως συγγραφέα. Σαφώς δεν έχω τίποτε να προσάψω εναντίον της επαγγελματικής επιλογής της ηρωίδας. Τουναντίον, θεωρώ πως ο έρωτας μπορεί να μετουσιώσει ήθη και χαρακτήρες, να τους εξυψώσει και στο τέλος να τους εξαγνίσει. Τον τετριμμένο τρόπο με τον οποίο όμως ξετυλίγεται τούτη η ιστορία δεν μπόρεσα να ενστερνιστώ σαν άλλο βίπερ - ευπώλητο μιας παλαιάς εποχής, που το μοναδικό της άλλοθι είναι αυτή η παλαιά εποχή και μόνο. 
Θα ξεκινήσω επισημαίνοντας πως ο Δουμάς υιός γράφει ωσάν αφελής Ρώσος συγγραφέας. Δε ξέρω πως μου κόλλησε αυτή η ιδέα, αλλά διέκρινα την αφέλεια και την ανία που μου προκαλεί ο Τσέχωφ, και ας μη καταπιάνονται με τις ίδιες θεματολογίες. Έπειτα, το βιβλίο ξεκινά από το τέλος, δηλαδή από τον θάνατο της ηρωίδας. Αυτό δεν είναι διόλου κακό. Κάκιστο ήταν ωστόσο το κεφάλαιο στο οποίο σώνει και καλά ο νεαρός επιμένει να κάνει εκταφή της νεαράς, να τη δει, να πιστέψει στο ωχρό και άσχημο χρώμα του θανάτου, να το αποδεχθεί και να προχωρήσει. Μου θύμισε περίεργους φτωχοσυγγενείς που τεντώνουν τα ποταπά τους ποδαράκια για να αντικρίσουν το άψυχο κορμί του θείου, του παππού ή του μακρινού ξαδέρφου τους στην κηδεία του, όχι βέβαια για να τον δουν μια τελευταία φορά και να τον αποχαιρετίσουν, αλλά για να τροφοδοτηθούν έπειτα με ατάκες του τύπου "όμορφο τον έκαναν" ή "χαμογελούσε ο μακαρίτης" ή "αίσχος η φάτσα του θείου"...¨Ήταν και αυτό το συναισθηματικό σκαμπανέβασμα που συνοδεύει κάθε ερωτική σχέση - δε λέω - αλλά ήτο κουραστικό και προβλεπόμενο, ειδικά όταν πατέρας Ντυβάλ προθυμοποιείται να πληρώσει τη Μαργαρίτα να τον εγκαταλείψει ένεκα του ανήθικου ονόματός της και της πιθανότητας να του κάνει κακό στην μετέπειτα καριέρα του (που ο νεαρός έχει σπουδάσει νομικά, αλλά τρώει από τα έτοιμα και δεν εξασκεί το επάγγελμα). Και τέλος, ο Δουμάς, αφού στέρεψε από κάθε συγγραφική πρωτοτυπία, έβαλε και την ηρωίδα να έχει "κόλλημα" με τις καμέλιες για να χτίσει μιαν ιδιαιτερότητα που - λυπάμαι - δεν την διέκρινα.
Και από αυτό το έργο εμπνεύστηκαν μουσουργοί, θεατράνθρωποι, κινηματογραφιστές και άλλοι και ομολογώ πως δεν καταλαβαίνω γιατί. Ο Τζουζέπε Βέρντι έγραψε την Τραβιάτα και η Γκρέτα Γκάρμπο ενσάρκωσε την Γκωτιέ. Παρακαλώ αναγνωρίστε μου το δικαίωμα να εκφράσω τις κακές μου εντυπώσεις δεδομένου ότι ούτε ο Δουμάς ούτε και ο Τσέχωφ (που τον πήρε η μπάλα) θα παρεξηγηθούν...